*

Ο ΠΛΗΡΗΣ ΚΟΣΜΟΣ & Η ΥΛΗ  /  ΤΟ ΑΜΕΣΟ (ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΟ) ΣΥΝΟΛΟ & Η ΖΩΗ

Σκέψεις από την αρχή και για την αρχή...  Γη

***                                                                                 comet

* ΑΡΧΙΚΗ |     | ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ |     | ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΟΥ! |     | ΚΟΣΜΟΣ & ΖΩΗ |     | ΚΟΣΜΟΣ & ΥΛΗ

*

ΓΝΩΣΗ & ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ     |     ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΤΡΟΦΗ     |     ΑΝΘΡΩΠΟΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΑ     |     ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ

header message

ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΗ

 

 

Για σκεπτόμενους δημιουργικά!

 

ΕΠΑΝΩ • ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ 22

 

 

-21-

ΚΥΚΛΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ – ΠΛΗΡΕΣ & ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΟ ΣΥΜΠΑΝ
Θεωρία του τελειωμένου χρόνου και της σχετικότητας της ενέργειας
(Ενιαία θεωρία περί χρόνου, χώρου και ύλης)

ΜΑΖΑ ΚΑΙ ΚΙΝΗΣΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΩΡΟ

( ΤΑ ΟΡΙΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ )

 

Η κίνηση ενός πράγματος προϋποθέτει μια σχετική ακινησία των υλικών μερών του, μια ακινησία που διατηρείται με κάποιες άλλες συσχετισμένες κινήσεις. Όταν, λοιπόν, μιλάμε για κίνηση ενός «σώματος» μέσα στο χώρο, πρέπει να συνυπολογίζουμε ότι αυτή γίνεται με τέτοιο τρόπο (και επίδραση), που δεν διαταράζει την ενότητα, την ποιότητα, και την ισορροπία των διασυνδεμένων μερών του. Όπως είναι σχετική η κίνηση σε σχέση με μια θέση ή με μια άλλη κίνηση στο χώρο, το ίδιο σχετική είναι η ακινησία. Σύμφωνοι, αλλά δεν πρέπει να περιορίζουμε αυτή τη σχετικότητα στο εξωτερικό των μεγάλων «σωμάτων». Όταν μιλάμε για ακινησία και σταθερότητα πρέπει ξανά να συνυπολογίζουμε, ότι αυτή επιτυγχάνεται με σχετικούς τρόπους κίνησης και σύνδεσης, οι οποίοι μπορούν να διαταραχθούν από μια μεταβολή και να καταστρέψουν τη συνολική ακινησία (αν όχι να μεταβληθούν οι τρόποι με τους οποίους αυτή επιτυγχάνεται). Η κίνηση μπορεί να οδηγήσει στην ακινησία και στη σταθερότητα, όπως και αντιστρόφως, ακριβώς γιατί είναι δύο σχετικά φαινόμενα, που επιτυγχάνονται με το συγχρονισμό ή την έλλειψη συγχρονισμού.

Όπως είπαμε, για να κινείται ένα πράγμα σχετικά προς ένα άλλο, πρέπει ξανά να υπάρχει κάποια έλλειψη κίνησης ανάμεσα στα μέρη του. (Ώστε να μπορούμε να το θεωρήσουμε σαν ένα μόνο πράγμα ή να το καθορίσουμε σαφώς σαν ένα σταθερό σύνολο πραγμάτων). Αυτή η απλή παρατήρηση που μπορεί να αντιληφθεί και ένας άσχετος με τη φυσική, έχει προεκτάσεις που δεν θα επέτρεπαν σε φυσικό να σκέφτεται επιπόλαια και ξεπερνώντας τα όρια της γνώσης του. Η ιδιότητα του υλικού σώματος να αντιδράει στη μεταβολή της κινητικής του κατάστασης, όταν του ασκείται μία δύναμη ονομάζεται αδράνεια, όπως το μάθαμε καλά από την αθάνατη μορφή του Νεύτωνα (Μ = F/a). Η “αντίσταση” αυτή που προβάλει το σώμα και η αντίδρασή του σχετίζονται με τη διατήρηση της μάζας (του σώματος) και της δομής της ύλης και η διατήρηση του σώματος επιτρέπει την αναμεταβίβαση της ενέργειας σε κάποιο άλλο σώμα μέσα στο χώρο, σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετική κατεύθυνση.

Τα ίδια τα πράγματα είναι με τρόπους αλληλεπίδρασης και διασύνδεσης κάποιων μικρότερων, με αρχικούς τρόπους τους υλικούς φορείς. Κάθε μεταβολή της κίνησης προκαλείται από τη μεταβίβαση μίας ενέργειας και επηρεάζει τους τρόπους αλληλεπίδρασης των υλικών μερών του. Τα ίδια τα μέρη ενός σώματος και οι τρόποι διασύνδεσής τους προκαθορίζουν τα δυνατά (και σχετικά) όρια μεταβολής στην κίνηση του πράγματος. Όταν μια εξωτερική επίδραση δεν επηρεάζει αποσταθεροποιητικά τους τρόπους σύνδεσης (ή αλληλοεπηρεασμού) των υλικών φορέων ενός πράγματος, τότε εκείνοι μετακινούνται σαν σύνολο ή αντιθέτως παύουν τη μετακίνησή τους σαν σύνολο. Ένα πράγμα μετακινείται σαν σώμα στο χώρο, γιατί επηρεάζεται χωρίς να μετακινούνται τα μέρη του, το ένα σε σχέση με το άλλο και γενικότερα, γιατί δεν αποσταθεροποιούνται οι τρόποι με τους οποίους συνδέονται και είναι μεταξύ τους τα μέρη του. Η μετακίνηση ή η παύση της μέσα στο χώρο είναι μια κοινή συνέπεια της σχετικής σταθερότητας των πραγμάτων και ταυτοχρόνως είναι ένας κοινός εξωτερικός τρόπος για τη σταθερότητα της ποιότητάς τους απέναντι στις επιδράσεις των άλλων (αλλά έτσι ξανά για τον αναπόφευκτο επηρεασμό τους).

Δηλαδή, η μετακίνηση ενός πράγματος είναι δυνατή για τον ίδιο λόγο που μπορεί να μην είναι. Όταν εφαρμόζεται δύναμη σε ένα σώμα, το σώμα λαμβάνει την ενέργεια όσο παραμένει σταθερό και σε τέτοια κατάσταση όπου η δύναμη μπορεί και συνεχίζει να εφαρμόζεται πάνω του. Όταν το σώμα αυτό δεν περιορίζεται από την ύπαρξη άλλων σωμάτων αποκτάει κίνηση προς την κατεύθυνση που βρίσκει τη μικρότερη αντίσταση και όπως του καθορίζει η εφαρμογή της δύναμης, με τον ιδιαίτερο τρόπο της. Όταν το σώμα περιορίζεται από την ύπαρξη άλλων σωμάτων, τότε σε κάποιο χρονικό διάστημα θα βρει αντίσταση (στην κίνησή του) λόγω της αδράνειας που έχουν τα άλλα σώματα. Η αντίσταση αυτή μπορεί να είναι πολύ μεγάλη και να διακόψει την κίνηση του σώματος ή να το εκτρέψει προς άλλη κατεύθυνση, ακόμα και να μεταβάλλει το ίδιο το σώμα (παραμόρφωση, διάλυση, καταστροφή). Από τη δική του αδράνεια και από άλλα χαρακτηριστικά της κίνησης του σώματος, θα επηρεαστούν επίσης τα άλλα σώματα (που παρουσιάζονται σαν εμπόδια) και η δική τους κινητική ενέργεια.

Από τη συνηθισμένη εμπειρία μπορούμε εύκολα να παρατηρήσουμε και να σκεφτούμε, ότι σε τελική ανάλυση η κίνηση των υλικών σωμάτων προϋποθέτει την ακεραιότητα τους και αυτή δεν είναι καλά εξασφαλισμένη. Τα ορατά υλικά σώματα που γνωρίζουμε μπορούν να παραμορφωθούν και να διαλυθούν πολύ εύκολα, και παντού βρίσκονται δυνάμεις που μπορούν αυτό να το κάνουν. Βέβαια, τα σώματα με τις πιο μεγάλες μάζες παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη αντίσταση. Η ακεραιότητα και η κίνηση των σωμάτων με την πιο μεγάλη μάζα, θα επηρεαστούν υπολογίσιμα από σώματα με επίσης υπολογίσιμη μάζα. Όμως ακόμα και στην περίπτωση των μεγάλων σωμάτων ή των μεγάλων μαζών, η εφαρμογή μικρής δύναμης προκαλεί τοπικές μεταβολές και η μεγάλη μάζα τους δεν οφείλεται στο ότι αυτά αποτελούνται από διαφορετικά υλικά ή από νέους ιδιαίτερους τρόπους ένωσης και σύσφιξης των μερών τους. Η προοπτική να υπάρξει ένα σώμα και να αυξηθεί η μάζα του ξεκινάει από τα στοιχειώδη μέρη των σωμάτων που ονομάζουμε "ύλη" ή συγκροτούν την ύλη. Αν το σκεφτούμε λίγο, θα δούμε ότι υπάρχει ένα όριο όχι μόνο για τη διαίρεση της ύλης σαν στατική ποσότητα, αλλά φαίνεται και ένα όριο αντίστασης στη μεταβολή, το οποίο είναι και το πιο δύσκολο να ξεπεραστεί και παρουσιάζεται στις μικροσκοπικές διαστάσεις. Δηλαδή, μπορούμε να εφαρμόζουμε δυνάμεις και να προκαλούμε γρήγορα τις πιο γρήγορες κινήσεις και τη διάλυση των σωμάτων, αλλά στο τέλος απομένουν τα μικρότερα κομμάτια, τα μικρότερα συντρίμμια και τα δομικά στοιχεία της ύλης. Αυτά "καταφέρνουν" να διατηρηθούν και χρειάζονται άλλο τρόπο για να λάβουν ενέργεια και να μεταβληθούν.

Αυτό το οποίο δεν είναι σχετικό και είναι κοινό για όλα τα υλικά πράγματα, είναι τα όρια της δυνατής μεταβολής της κίνησης, τα όρια του χρόνου της αλλαγής, της εφαρμογής της δύναμης και της ενέργειας που μπορούν να δεχθούν ή να προσφέρουν τα πράγματα. Διότι η μεταβολή της κίνησης μέσα στο χώρο δεν είναι δυνατή παρά μόνο με τη διατήρηση ή τη σταθερότητα του ίδιου του πράγματος και υπάρχει ένα όριο για τη διατήρηση και τη σταθερότητά του (κατά συνέπεια ένα όριο και για τη δυνατότητα της κίνησής του). Η αδράνεια και η αντίσταση που παρουσιάζει ένα σώμα στη μεταβολή της κίνησης και της ταχύτητάς του σχετίζεται με την αντίσταση που παρουσιάζουν τα συνδεδεμένα μέρη στη δομή του. Αυτή η αντίσταση και η αδράνεια στη μεταβολή της κίνησης (ή της ηρεμίας) των μερών ενός πράγματος δεν είναι άπειρη.
 

Έτσι, από την ύπαρξη και μόνο των υλικών πραγμάτων, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η μεταβολή της κίνησης τους γίνεται μέσα στα όρια που τους επιτρέπουν να δημιουργούνται και να διατηρούνται. Με άλλα λόγια, η αδράνεια δεν είναι μόνο μια αντίδραση ή αποτέλεσμα από τη μεταβολή της κίνησής τους, αλλά και μια προϋπόθεση για να γίνεται η κίνηση μέσα στο χώρο. Με κάποια φιλοσοφική ασάφεια, η μεταβολή καταστρέφει τη σταθερότητα και την ισορροπία και αυτή η τελευταία επιτρέπει να υπάρχει κάτι σταθερά για να μπορεί να γίνει μεταβολή και να προκαλεί κίνηση.

Η μεταβολή της κίνησης και η κίνηση των υλικών πραγμάτων μέσα στο χώρο γίνονται μέσα στα όρια που επιτρέπουν να δημιουργούνται και να διατηρούνται αυτά τα ίδια τα πράγματα (και η δυνατότητα της απόστασης και της κίνησής τους). Αυτό σημαίνει ότι και η δράση ανάμεσά τους γίνεται με τα ίδια αυτά όρια. Δεν επενεργεί το ένα στο άλλο (ή δεν το μεταβάλλει) περισσότερο από ένα όριο (ούτε και λιγότερο) και όταν το όριο ξεπερνιέται τότε η κίνηση “γίνεται” και “εκτονώνεται” με άλλους τρόπους. Με άλλα λόγια, η μεταβίβαση ενέργειας σε ένα πράγμα δεν μπορεί να συνεχίζεται απεριόριστα μέσα στο χώρο όπως και η αύξηση της ταχύτητάς του. Η μεταβίβαση της ενέργειας, η εφαρμογή της δύναμης και η ταχύτητα της κίνησης μπορούν να ελαττώνονται και να παύουν. Με ποιον τρόπο ελαττώνονται; Η αύξηση της μάζας θα ήταν μία φανταστική λύση... Η μεταβίβαση της ενέργειας, η εφαρμογή της δύναμης και η ταχύτητα της κίνησης ενός πράγματος που επιταχύνεται μέσα στο χώρο ελαττώνονται με τον αντίστροφο τρόπο, που είναι η διάλυση της μάζας και με την αδυναμία να μεταβιβαστεί η ενέργεια. Όταν ένα υλικό σώμα αποσταθεροποιείται και διαλύεται τότε διακόπτεται η δράση που μεταβίβαζε την ενέργεια, και χάνει το νόημά της η ταχύτητα, η επιτάχυνση και η διάρκεια της δράσης. Επίσης μπορεί να μειώνεται και ο αριθμός των υλικών που επιδρούσε ταυτόχρονα (ή συγχρονισμένα). Η μεταβίβαση της ενέργειας περιορίζεται με αλλαγή στον τρόπο και στο χρόνο που μεταβιβάζεται.

Λ.χ. όταν ένα σώμα πλησιάζει με σταθερή ταχύτητα από την ίδια διεύθυνση ένα δεύτερο, που προπορεύεται στην ευθεία και πέσει επάνω του, τότε θα προσδώσει περισσότερη ενέργεια όταν εκείνο το δεύτερο επιβραδύνεται και λιγότερη αν επιταχύνεται. (Το αντίθετο αν έρχονται και συγκρουστούν από αντίθετες κατευθύνσεις). Επίσης, θα προσδώσει περισσότερη ενέργεια όταν το δεύτερο κινείται με χαμηλή ταχύτητα και λιγότερη εάν εκείνο κινείται με υψηλότερη ταχύτητα. Για να πλησιάζει ένα σώμα το προπορευόμενο που κινείται με την ίδια φορά και στην ίδια διεύθυνση, πρέπει το δεύτερο να μην κινείται πιο γρήγορα. Το πότε θα προσπέσει το πρώτο επάνω στο δεύτερο, εξαρτάται και από το πόσο γρήγορα κινείται το δεύτερο. Πως θα μεταβιβαστεί η κινητική ενέργεια ανάμεσα στα κινούμενα υλικά πράγματα και πόση, εξαρτάται ακόμα και από τη σχετική διεύθυνση της κίνησής τους, εφόσον το σημείο επαφής τους δεν είναι της ίδιας έκτασης από όλες τις πλευρές τους και αν η μάζα δεν έχει ομοιόμορφη σύσταση.

Εάν η ενέργεια που μεταβιβάζεται κατά τη σύγκρουση είναι πιο μεγάλη από την ενέργεια με την οποία τα υλικά στοιχεία των δύο σωμάτων συγκρατούνται δυναμικά ενωμένα στο σημείο της επαφής τους, τότε προκαλούνται φαινόμενα παραμόρφωσης, μεταβολές σε μικροσκοπικό επίπεδο (θερμότητα) μέχρι και τη διάλυσή τους. Διάλυση, δηλαδή την αποσταθεροποίηση των συσχετισμένων υλικών μερών τους και την ελάττωση του αριθμού των υλικών φορέων που "συνενεργούν" στην ίδια στιγμή. Η ελάττωση της ενέργειας γίνεται εμμέσως (και σχετικά, με τη διακοπή στον τρόπο μετάδοσης). Γίνεται με την ελάττωση των ταυτόχρονων τρόπων με τους οποίους η ενέργεια λαμβάνεται και με τη διάλυση της συγχρονισμένης ύλης που δέχεται ή δίνει την ενέργεια. Όταν κλωτσάμε με δύναμη ένα μπαλόνι σε ένα γήπεδο δεν θα φτάσει τόσο μακριά, όσο θα φτάσει μία ποδοσφαιρική μπάλα με την ίδια δύναμη. Για να μεταβιβαστεί ενέργεια και να ασκηθεί η δύναμη χρειάζεται ένας αποδέκτης, μία σταθερή παρουσία και ένα χρονικό διάστημα για την άσκηση της δύναμης.
 

Επομένως, ένα υλικό σώμα δεν μπορεί να αποκτήσει τη μέγιστη ταχύτητα c κοντά στον ελάχιστο χρόνο tmin , όπως μπορούν τα πιο μικροσκοπικά σωματίδια. Πρώτα απ΄ όλα, το υλικό σώμα χρειάζεται μικρότερη δύναμη και εφαρμογή της δύναμης για περισσότερο χρόνο προκειμένου αυτό να μην καταστραφεί. Η μέγιστη ταχύτητα c μπορεί να αποκτηθεί στον ελάχιστο χρόνο, όταν εφαρμοστεί η μέγιστη δύναμη Fmax, όμως η μέγιστη δύναμη δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε ένα υλικό σώμα, χωρίς να το παραμορφώσουν και να το διαλύσουν. Όπου εφαρμόζεται η μέγιστη δύναμη δεν υπάρχει υλικό σώμα, υπάρχουν φαινόμενα διάλυσης και μικροσκοπικές ποσότητες. Εάν η αύξηση της δύναμης δεν αφήνει ακέραιο το υλικό σώμα, τότε και ο χρόνος που εφαρμόζεται η δύναμη δεν μπορεί να συνεχίζεται απεριόριστα. Με την διάλυση του σώματος και της μάζας του, ο χρόνος εφαρμογής της δύναμης διακόπτεται και συνεπώς η ίδια η δύναμη. Η αδράνεια (Μ=F/a) έχει όριο και δεν αυξάνει απεριόριστα. Προϋπόθεση, λοιπόν, για την παρουσία της μάζας είναι να μην εφαρμόζεται η μέγιστη δύναμη Fmax ή τουλάχιστον να μην εφαρμόζεται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από ένα ελάχιστο χρόνο. Όπου εφαρμόζονται οι μέγιστες δυνάμεις μόνιμα ή για περισσότερο χρόνο, εκεί δεν υπάρχουν σταθερά ακέραια σώματα, αλλά τα συντρίμμια τους, η σκόνη τους και οι ακτινοβολίες του κενού χώρου, τα οποία σε μικροσκοπικές διαστάσεις αποκαλούνται σωματίδια. Όμως, η παρουσία του Σύμπαντος σαν ολοκληρωμένο εφαρμόζει τη μέγιστη δύναμη Fmax κοντά στον ελάχιστο χρόνο Tmin και μάλιστα μόνιμα. Το αποτέλεσμα αυτής της δύναμης είναι η παρουσία της ύλης σαν ποσότητα ασυνεχής και μικροσκοπική... στις πρώτες στιγμές του χρόνου. Εκεί που η μέγιστη δύναμη αρχίζει να ελαττώνεται και να μην εφαρμόζεται, η ύλη "προλαβαίνει" να συγκροτήσει μια μεγαλύτερη ποσότητα, να κινείται σε μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα και να μεταβιβάζει την ενέργεια σε πιο αργούς ρυθμούς.

Επίσης, κανένα υλικό πράγμα δεν μπορεί να δέχεται περισσότερη ενέργεια (και με περισσότερους τρόπους στην ίδια στιγμή) πέρα από ένα όριο, όπως κανένα δεν μπορεί να κινείται πιο γρήγορα από μία ανώτερη ταχύτητα, αφού η επιτάχυνση, η δύναμη και η διάρκεια εφαρμογής της δύναμης έχουν ένα όριο. Κανένα υλικό σώμα δεν μπορεί να ξεπεράσει την ανώτερη οριακή ταχύτητα, όχι γιατί μεγαλώνει η μάζα του ή γιατί «παγώνει» ο χρόνος -κάτι το ακατάληπτο- αλλά γιατί αντιθέτως αυτό παύει να είναι ένα σταθερό σώμα, με τους ίδιους τρόπους σύνδεσης των στοιχείων του και με την ίδια ποσότητα μάζας ή διότι η δύναμη που το επιταχύνει ελαττώνεται και δεν προλαβαίνει να του μεταδοθεί η ενέργεια.
 

Ο νόμος της ορμής p=M*V . Το νόημα της ορμής αλλάζει όταν η μάζα δεν μπορεί να επιταχυνθεί απεριόριστα και αντί να κινείται με σταθερή ταχύτητα V, αυτή διαλύεται, όπως και όταν η ταχύτητα V αφήνεται χωρίς το άνω όριο της ταχύτητας του φωτός c . Η ορμή στην περίπτωση των σωματιδίων με σχεδόν μηδενική μάζα δίνεται και από τη σχέση p=E/c. Από τις σχέσεις της ορμής και της ενέργειας E/c2 προκύπτει ότι E/c = M*c. Αν η ταχύτητα δεν γίνεται άπειρη και η μάζα δεν διατηρείται, τότε και η ορμή δεν μπορεί να γίνει άπειρη. Αύξηση της μάζας ή της αδράνειας με αύξηση της ταχύτητας και με πλησίασμα στην ταχύτητα του φωτός θα μπορούσε να νοηθεί στην περίπτωση που μιλάμε για την κινητική ενέργεια των μικροσκοπικών σωματιδίων, αφού τα σωματίδια στην ουσία τους είναι ταχύτατες κυμάνσεις και η ενέργεια που τους μεταβιβάζεται “ενσωματώνεται” στη δομή τους και μπορούμε να θεωρήσουμε ότι έχουν μάζα μαζί με την κινητική τους ενέργεια, (όπως συμβαίνει καθοριστικά στη μικροσκοπική δομή της ύλης). Η μάζα ηρεμίας θεωρητικά προκύπτει από τον τύπο Μ = E/c2. Δηλαδή αν στον τύπο της ορμής p=E/c συμπληρώσουμε ένα ακόμα c στον παρανομαστή προκύπτει ο τύπος που δίνει τη μάζα. Η ορμή όταν διαιρείται από την οριακή ταχύτητα του φωτός δίνει ισοδύναμη μάζα, δηλαδή Μ = p/c. Μαθηματικώς και όπως είναι οι μονάδες ορισμένες στη φυσική είναι κατανοητό ότι η μάζα m επί την ταχύτητα του φωτός c2 υψωμένη στο τετράγωνο δίνει μονάδες ενέργειας, δηλαδή kg x m2 / sec2 . Από φιλοσοφική διερεύνηση είναι κάπως δυσνόητο ότι η ταχύτητα του φωτός c πρέπει να πολλαπλασιάζεται με τον εαυτό της για να προκύπτει στους υπολογισμούς μία ποσότητα ενέργειας σύμφωνα με τη σχέση E=mc2.

E/c^2 = F/a = p/v = MΣτους τύπους αριστερά που δίνουν τη μάζα "αφαιρούνται" τα χαρακτηριστικά της κίνησης c2 , V και a.

 

Εάν τώρα σε όσα είπαμε γενικά για τη μεταβολή της εξωτερικής κίνησης και της δράσης των υλικών πραγμάτων υπολογίσουμε ότι αυτά γίνονται σε πεπερασμένο χώρο, τότε θα καταλάβουμε από μια διαφορετική σκοπιά το αντίθετο όριο: Αυτό το οποίο δεν επιτρέπει να μην υπάρχει μια ελάχιστη ενέργεια και μεταβολή. Στον πεπερασμένο (και σφαιρικό) χώρο, η απομάκρυνση δεν μπορεί να είναι απεριόριστη και κανένα πράγμα δεν μπορεί να μη δέχεται κάποια ελάχιστη ενέργεια από ένα άλλο ή για απεριόριστο χρόνο. Τα έμμεσα-υλικά πράγματα είναι εξ’ αρχής αναγκασμένα ν’ αλληλεπιδρούν και να αλληλο-μεταβάλλουν τις σχετικές (και τις τυχαίες) κινήσεις τους, όπως τα μόρια ενός αερίου υπό πίεση μέσα σε μία ανακινούμενη φιάλη. Πάντοτε με ένα όριο μέγιστης απομάκρυνσης, όπως και να προσεγγίζουν μεταξύ τους και πάλι μέχρι ενός ορίου. Ο χώρος βάζει το όριο της ελάχιστης ενέργειας, της πιο έμμεσης (και μακρινής) αλληλεπίδρασης, της μέγιστης δυνατής απομάκρυνσης. Αυτός, όμως, βάζει και το όριο της πλησιέστερης απόστασης, όπως και του ελάχιστου χρόνου, το όριο για τη μέγιστη ενέργεια που μπορεί να μεταβιβαστεί στη μονάδα του χρόνου και το όριο για να γίνονται αλληλεπιδράσεις με περισσότερους τρόπους στην ίδια στιγμή, με συγχρονισμένο τρόπο.

 

 

 

ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑΕΥΡΕΤΗΡΙΟ

 

Το όριο μίας ανώτερης ταχύτητας, αυτό από μόνο του επιβάλει όριο στη μέγιστη επιτάχυνση a, στη αύξηση της δύναμης F και τελικά στην ποσότητα της μάζας που μπορεί να επιταχυνθεί.

 


*

► Η κίνηση ενός πράγματος προϋποθέτει μια σχετική ακινησία των υλικών μερών του, μια ακινησία που διατηρείται με κάποιες άλλες συσχετισμένες κινήσεις. Η μεταβολή της κίνησης μέσα στο χώρο δεν είναι δυνατή παρά μόνο με τη διατήρηση ή τη σταθερότητα του ίδιου του πράγματος και υπάρχει ένα όριο για τη διατήρηση και τη σταθερότητά του.

Aπό την ύπαρξη και μόνο των υλικών πραγμάτων, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η μεταβολή της κίνησης τους γίνεται μέσα στα όρια που τους επιτρέπουν να δημιουργούνται και να διατηρούνται.

 

 

© copyright Κώστας Γ. Νικολουδάκης

Επιμέλεια-Σχεδίαση  2004 - 2016

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ                     http://www.kosmologia.gr                      ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

ΤΗΣ

 ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

 

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ SITE

clock

Καλύτερη εμφάνιση σε ανάλυση 1024x768px | οθόνη τουλάχιστον 17" | codepage windows-1253 (Greek) | IE v.6.0 +