*

Ο ΠΛΗΡΗΣ ΚΟΣΜΟΣ & Η ΥΛΗ  /  ΤΟ ΑΜΕΣΟ (ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΟ) ΣΥΝΟΛΟ & Η ΖΩΗ

Σκέψεις από την αρχή και για την αρχή...  Γη

***                                                                                 comet

* ΑΡΧΙΚΗ |     | ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ |     | ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΟΥ! |     | ΚΟΣΜΟΣ & ΖΩΗ |     | ΚΟΣΜΟΣ & ΥΛΗ

*

ΓΝΩΣΗ & ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ     |     ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΤΡΟΦΗ     |     ΑΝΘΡΩΠΟΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΑ     |     ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ

header message

ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΗ

 

 

Για σκεπτόμενους δημιουργικά!

 

ΕΠΑΝΩ • ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ 23

 

 

-22-

ΚΥΚΛΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ – ΠΛΗΡΕΣ & ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΟ ΣΥΜΠΑΝ
Θεωρία του τελειωμένου χρόνου και της σχετικότητας της ενέργειας
(Ενιαία θεωρία περί χρόνου, χώρου και ύλης)

Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΥΛΗΣ ΜΕ ΤΗ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΣΕ ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΑΤΤΩΜΕΝΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ

 

Φαινόμενα γνωστά: Ταλάντωση, συχνότητα, συντονισμός και συγχρονισμός

 

Όπως θα έχει φανεί από την μέχρι τώρα γενική περιγραφή της σχέσης της ύλης με την ισότροπη ενεργειακή ροή του πεπερασμένου χώρου και από τη σχέση του κυκλικού χρόνου με την ύλη και το Σύμπαν, παρατηρούμε όλα τα γνωρίσματα εκείνα που στο χώρο της κλασικής φυσικής θεωρούνται κυματικές ιδιότητες και φαινόμενα ταλάντωσης και συγχρονισμού. Η κυκλική κίνηση με υψηλή ταχύτητα μπορεί να θεωρηθεί αμέσως και σαν ένα στάσιμο κύμα. Το ίδιο και η σταθερά παλλόμενη μεταβολή. Να θυμηθούμε λίγο από τη θεωρία της φυσικής.

Η μεταβολή της κίνησης γύρω από ένα κέντρο ή γύρω από το σημείο ισορροπίας, η παλινδρομική κίνηση, με την τάση να επανέλθει στην κατάσταση ισορροπίας λέγεται ταλάντωση. Όταν το πλάτος παραμένει σταθερό, η ταλάντωση λέγεται αμείωτη. Όταν το πλάτος της ελαττώνεται με την πάροδο του χρόνου (απόσβεση), τότε η ταλάντωση λέγεται φθίνουσα. Ο χρόνος που χρειάζεται το σώμα για να εκτελέσει μία ταλάντωση λέγεται περίοδος της ταλαντώσεως. Ένα φαινόμενο λέγεται περιοδικό, όταν επαναλαμβάνεται το ίδιο σε ίσα χρονικά διαστήματα. Οι ταλαντώσεις ανήκουν στα περιοδικά φαινόμενα. Συχνότητα είναι ο αριθμός που δείχνει πόσες φορές επαναλήφθηκε η ίδια κίνηση ή το ίδιο φαινόμενο στη μονάδα του χρόνου.

Όταν απομακρύνουμε ένα σώμα από τη θέση ισορροπίας του (λ.χ. μία χορδή) τότε αυτό αποκτά δυναμική ενέργεια και την τάση να επανέρθει στην αρχική θέση. Από την ενέργεια αυτή μπορεί να εκτελεί ταλάντωση. Όταν συνεχίσει να εκτελεί ταλάντωση αφού δοθεί μόνο μία φορά ενέργεια, τότε η ταλάντωση ονομάζεται ελεύθερη. Σε αυτή την περίπτωση, η συχνότητα με την οποία γίνεται η περιοδική μεταβολή του αντικειμένου, εξαρτάται μόνο από την κατασκευή και τον τρόπο σύνδεσης του αντικειμένου και ονομάζεται ιδιοσυχνότητα. Η ιδιοσυχνότητα είναι σταθερή όσο είναι σταθερό και το σύστημα. Όταν η ταλάντωση οφείλεται στην εξωτερική δύναμη που ασκείται περιοδικά τότε λέγεται εξαναγκασμένη ταλάντωση. Ο εξωτερικός δότης της ενέργειας λέγεται διεγέρτης. Όταν εκτελείται εξαναγκασμένη ταλάντωση τότε ο ρυθμός της ταλάντωσης καθορίζεται από τη συχνότητα του διεγέρτη. Όταν η συχνότητα του διεγέρτη (ο ρυθμός που μεταβιβάζεται η ενέργεια) γίνει ακριβώς ίση με την ιδιοσυχνότητα του ταλαντούμενου αντικειμένου, τότε το πλάτος της ταλάντωσης γίνεται μέγιστο και το φαινόμενο αυτό λέγεται συντονισμός. Στο φαινόμενο του συντονισμού, το πλάτος της ταλάντωσης γίνεται μέγιστο, υπό την προϋπόθεση ότι η απώλεια ενέργειας (απόσβεση) είναι αμελητέα και η συχνότητα της ταλάντωσης είναι η συχνότητα του διεγέρτη. Κατά το συντονισμό έχουμε μέγιστη μεταφορά ενέργειας από τον διεγέρτη στο σύστημα και η μεταβίβαση της ενέργειας ή η εφαρμογή της δύναμης γίνεται στα κατάλληλα χρονικά διαστήματα, που η ενέργεια μπορεί να μεταβιβαστεί ή η δύναμη να εφαρμοστεί.

Από την ηλεκτροτεχνία: Όταν ένα κύκλωμα είναι συντονισμένο τότε μεταφέρεται μέγιστη πραγματική ισχύς από την πηγή στον ωμικό καταναλωτή του κυκλώματος. Στον ηλεκτρισμό, η ταλάντωση είναι διαδοχή ρευμάτων φόρτισης και εκφόρτισης, σε ένα κύκλωμα.

Ιδιοσυχνότητα είναι η συχνότητα με την οποία ταλαντώνεται ένας ταλαντωτής όταν κάνει ελεύθερη ταλάντωση και όταν οι αποσβέσεις είναι µηδενικές. Στη περίπτωση που υπάρχουν αποσβέσεις όπως συμβαίνει στις φθίνουσες ταλαντώσεις, τότε η περίοδος της ταλάντωσης Τ είναι λίγο μεγαλύτερη και συνεπώς η συχνότητα της ταλάντωσης f είναι λίγο μικρότερη από την ιδιοσυχνότητα και απλά ονομάζεται συχνότητα ελεύθερης ταλάντωσης. Για να έχει ο ταλαντωτής σταθερό πλάτος δηλ. σταθερή ολική ενέργεια θα πρέπει στο ταλαντωτή να προσφέρεται με κατάλληλο τρόπο ενέργεια συνεχώς και ο ρυθμός προσφοράς ενέργειας να είναι είναι ίσος με το ρυθμό που η ενέργεια του ταλαντωτή χάνεται. Στην περίπτωση αυτή, η ταλάντωση που θα προκύψει ονομάζεται εξαναγκασµένη ταλάντωση. Έτσι, όταν στο εκκρεμές ασκείται μια περιοδική εξωτερική δύναμη το σύστημα εξακολουθεί να ταλαντώνεται. Η απώλεια της ενέργειας συνήθως οφείλεται σε δυνάμεις οι οποίες αντιστέκονται στην κίνηση και στον τρόπο της περιοδικής μεταβολής. Στις μηχανικές κινήσεις και στις ταλαντώσεις υλικών σωμάτων, οι δυνάμεις αυτές που προκαλούν απώλεια της ενέργειας είναι οι τριβές.

Στην εξαναγκασµένη ταλάντωση όλη η κινητική ενέργεια του ταλαντωτή μετατρέπεται διαδοχικά σε δυναμική και αντιστρόφως; Όχι. Όλη η κινητική ενέργεια του ταλαντωτή μετατρέπεται διαδοχικά σε δυναμική και αντιστρόφως μόνο όταν η συχνότητα του διεγέρτη συμπίπτει με την ιδιοσυχνότητα του ταλαντωτή και όταν οι απώλειες ενέργειας είναι μηδενικές. 

 

 

Εφόσον κατά γενική παραδοχή υπάρχει μία ανώτερη οριακή ταχύτητα στη μετάδοση της ενέργειας ή στην κίνηση (κατά πάσα πιθανότητα η ταχύτητα του φωτός C ή λίγο μεγαλύτερη) αυτή η διαπίστωση από μόνη της οδηγεί στα συμπεράσματα, ότι δεν μπορεί να μεταβιβαστεί περισσότερη ενέργεια από ένα όριο ποσότητας στον ελάχιστο χρόνο tmin. Ο ρυθμός και ο χρόνος με τον οποίο μεταβιβάζεται ενέργεια στη μάζα δεν μπορεί να είναι πιο γρήγορος από ένα όριο και το όριο αυτό σχετίζεται με την ταχύτητα του φωτός. Επίσης η μεταβολή στην ταχύτητα της κίνησης (± a) δεν μπορεί να γίνεται πιο γρήγορα από ένα μέγιστο όριο (ή από ένα ελάχιστο χρόνο tmin). Η ενέργεια που μπορεί να μεταβιβαστεί στη μάζα επίσης δεν μπορεί να είναι περισσότερη σε ένα ελάχιστο χρόνο και το όριο στην ποσότητά της πάλι σχετίζεται με την ταχύτητα C του φωτός (με την ανώτατη οριακή ταχύτητα). Κατά συνέπεια και το μήκος (λ ή l ή r) που διανύεται στο χρόνο μεταβίβασης της ενέργειας (ή το αντίστοιχο μήκος της κίνησης) δεν μπορεί να είναι μικρότερο από ένα όριο, όπως δεν μπορεί να είναι και μεγαλύτερο από ένα μέγιστο όριο (μέγιστη απόσταση απομάκρυνσης στον πεπερασμένο χώρο). Ο χρόνος 1 sec δεν είναι μόνο η μονάδα στην οποία το φως διανύει ένα μέγιστο μήκος (2,997924 x108 m), αλλά και η μονάδα στην οποία φθάνουν στα όριά τους πολλές άλλες φυσικές μεταβολές ή διεργασίες.

Η αρχή της μικροσκοπικής δομής της ύλης και η ενέργεια που τη διατηρεί δεν προέρχεται από μεταβίβαση ενέργειας μέσα στο χώρο, από κινήσεις εξωτερικές της ύλης. Η ελάχιστη κίνηση και μεταβίβαση ενέργειας (στις μικροσκοπικές διαστάσεις) δεν γίνεται από κάποια ελάχιστη μάζα μέσα στο χώρο και από την κίνησή της, αφού και η ελάχιστη μάζα προέρχεται από “κίνηση” που δεν είναι μέσα στο χώρο μας. Προέρχεται από τη σχετική ακινησία του πεπερασμένου χώρου και από τη διατάραξη της παρουσίας του, που ενεργεί ταυτόχρονα σε όλα τα υλικά πράγματα και την εξωτερική ενέργεια του οποίου περιγράφουμε με τον όρο “βαρύτητα”. Η ταυτόχρονη σύνδεση του πεπερασμένου χώρου με τη δομή όλης της ύλης μπορεί να θεωρηθεί σαν η ταχύτερη μεταβίβαση ενέργειας και η ταχύτερη κίνηση στο Σύμπαν. Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε το φαινόμενο να ξεκινάει μία "ελάχιστη" κίνηση στο μικροσκοπικό επίπεδο με την πιο υψηλή ταχύτητα και όχι όπως ξεκινάει η κίνηση μίας μάζας από χαμηλή ταχύτητα (σε σχέση με τη θέση και την κίνηση των άλλων μαζών). Πρόκειται για κυματική μεταβολή στην ταυτόχρονη παρουσία του χώρου και η μεταβολή αυτή γίνεται στον ελάχιστο χρόνο. Γι' αυτό, η ελάχιστη και συντομότερη κίνηση από την οποία αρχίζει να γίνεται η μικροσκοπική δομή της ύλης δεν μπορεί να είναι η ευθύγραμμη και συνεχής κίνηση που παρατηρούμε να γίνεται από τα σύνθετα πράγματα μέσα στο χώρο, ούτε αποτέλεσμα κάποιας επιτάχυνσης. Αυτή η κίνηση στο βάθος της ύλης δεν συμπίπτει με τη μετατόπιση, αλλά αντιθέτως προκαλεί τη μετατόπιση με κυματικό τρόπο σε μία ποσότητα, η οποία έχει την τάση να διατηρείται σταθερή και να επανέρχεται στην αρχική κατάστασή της.  

 

Αφού έχει οριστεί μία ανώτατη ταχύτητα αυτό σημαίνει, ότι υπάρχει ένα μέγιστο μήκος που μπορεί να διανυθεί στη μονάδα του χρόνου (2,997924 x108 μέτρα σε ένα sec) ή ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα, στο οποίο μπορεί να διανυθεί μία μέγιστη απόσταση και ποτέ μεγαλύτερη (1sec για μήκος 2,997924 x108 m = 0,3335641 x10-8 sec/1m). Στην περίπτωση της κυκλικής κίνησης, θα υπάρχει ένας μέγιστος αριθμός κύκλων που μπορούν να "διανυθούν" στη μονάδα του χρόνου ή ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα (περίοδος), στο οποίο μπορεί να γίνει ένας μέγιστος αριθμός περιστροφών. Με άλλα λόγια, στην κυκλική κίνηση το ανώτατο όριο στην ταχύτητα συνδέεται με ένα ανώτατο όριο στη συχνότητα fmax και με ένα όριο ελάχιστου χρόνου tmin.

Η ελάχιστη κίνηση (κοντά σε μήκος λmin) με την οποία εμφανίζεται ο χώρος μέσα από τη δομή της ύλης, δεν ξεκινάει από μηδενική ή χαμηλή ταχύτητα, αλλά αντιθέτως, γίνεται από την τάση του χώρου να επανέλθει ταχύτατα στην ταυτόχρονη παρουσία του (στον ελάχιστο χρόνο στην κατάσταση ηρεμίας του) όταν με κάποιο τρόπο αυξομειωθεί σαν ποσότητα ενέργειας. Επειδή μάλιστα είναι η γρηγορότερη μεταβολή που μπορεί να γίνει (με την ελάχιστη αδράνεια), δεν πρέπει να φανταζόμαστε ότι η κυματική μεταβολή στην ενέργεια του χώρου είναι “απλωμένη” όπως τα θαλάσσια κύματα ή με μεγάλο μήκος κύματος. Μάλλον θα είμαστε πιο ακριβολόγοι εάν αντί να αποκαλέσουμε “κυματική” τη μεταβίβαση της ενέργειας του χώρου προς την ύλη την αποκαλέσουμε “τρεμώδη” ή παλλόμενη. Η ελάχιστη κίνηση και μεταβολή δεν γίνεται μέσα στο χώρο (σαν υλική) και γι' αυτό δεν γίνεται προς μία ξεχωριστή κατεύθυνση, αλλά προς όλες τις διευθύνσεις, κυκλικά και ακτινωτά (δηλ. ισοτρόπως, αφού ο χώρος αποτελεί την ίδια αρχή και την ίδια ποσότητα ενέργειας για την ύλη οπουδήποτε).

Η μεταβολή στην ενέργεια του χώρου δεν παραμένει σταθερή, διότι η ενέργεια του πεπερασμένου χώρου είναι πάντοτε και παντού η ίδια και πρέπει να αντισταθμίζεται, εκτός αν υπάρχουν οι όροι που δεν το επιτρέπουν να γίνει αυτό. Ένα κύμα στην ισότροπη ενέργεια του χώρου βασικά μπορεί να αποκεντρώνεται ή να επικεντρώνεται ακτινοειδώς και κατ' αυτό τον τρόπο να εξασθενεί κυκλικά απομακρυνόμενο ή αντιθέτως, να ενισχύεται κυκλικά προσεγγίζοντας. Στην πρώτη περίπτωση ανήκει η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία ενώ στη δεύτερη ανήκει η βαρυτική ακτινοβολία. Το φαινόμενο της βαρυτικής έλξης με την παρουσία μίας στατικής δύναμης, που είναι εκθετικά αντιστρόφως ανάλογη με την απόσταση ερμηνεύεται από την ισότροπη ροή ενέργειας του χώρου, που αποσπάται ισότροπα από πιο μεγάλη ακτίνα και μεταβιβάζεται ομόκεντρα (συγκέντρωση) με τον ταχύτερο τρόπο και την πιο υψηλή συχνότητα προς την ύλη μέχρι την πιο μικρή ακτίνα (να φανταστούμε κωνικό σχήμα με την κορυφή προς τη δομή της ύλης και το κέντρο βάρους).

 

Αποκαλέσαμε τη βαρυτική δύναμη με τον όρο "ακτινοβολία" και αυτή η διατύπωση, εκτός από απορίες θα προκαλεί και λάθος σκέψεις. Η μεταβολή στην ενέργεια του κενού χώρου προκαλεί κύματα ισότροπα προς όλες τις κατευθύνσεις, δηλαδή ακτινωτά, τα οποία εξασθενούν με την αύξηση της ακτίνας και μεταβιβάζουν μικρά ποσά ενέργειας. Εάν καταλήξουμε και δεχτούμε, ότι η βαρυτική έλξη προκαλείται με την κυματική ροή μίας ποσότητας ενέργειας προς τα σημεία του βρίσκεται η εντοπισμένη μάζα, τότε παρατηρούμε βασικές ομοιότητες με την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. Πρώτον, παρατηρούμε ισότροπη μεταβίβαση της ενέργειας και προς όλες τις κατευθύνσεις, δηλαδή ακτινωτά. Η αντίθετη φορά της κυματικής κίνησης δεν ακυρώνει το φαινόμενο της ισότροπης και ακτινωτής μεταβίβασης της ενέργειας. Επίσης, η ταχύτητα με την οποία γίνεται αυτή η κυματική μεταβίβαση θεωρητικά πρέπει να είναι το ίδιο μεγάλη και μέγιστη, όπως είναι των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, διότι πρόκειται για τη μεταβολή του ίδιου φορέα ενέργειας, του κενού χώρου. Εξ' άλλου, οι πρώτες αστρονομικές παρατηρήσεις συμφωνούν με αυτή τη θεωρητική παρατήρηση.

Η ελάττωση της ενέργειας κάπου στο χώρο, προκαλεί ξανά την αποκέντρωση και την ελάττωση της ενέργειας από κάπου αλλού (από την τάση της να αναπληρωθεί) και από τη διαδικασία αυτή προκαλούνται τα ηλεκτρομαγνητικά φαινόμενα. Το ηλεκτρομαγνητικό φαινόμενο σχετίζεται με την αυξομείωση στην ενέργεια του χώρου (διακύμανσης της ενέργειας) και με την άμεση επαναφορά στην κατάσταση ισορροπίας. Η βαρύτητα είναι ένα φαινόμενο που επίσης σχετίζεται με την αυξομείωση στην ενέργεια του χώρου. Έχουμε ξεκινήσει από το συμπέρασμα, ότι η μάζα στις μικροσκοπικές διαστάσεις (με την παρουσία σωματιδίων) επίσης αποτελεί στιγμές κάποιας ελάττωσης στην κοινή ποσότητα που λέμε κενό χώρο. H δομή της ύλης λοιπόν, αρχίζει να σχηματίζεται μαζί με ηλεκτρομαγνητικά και βαρυτικά φαινόμενα. Όταν η ταλάντωση της ενέργειας στον κενό χώρο διατηρείται και δημιουργούνται στάσιμες καταστάσεις ή όταν η ενέργεια που ελαττώνεται τελικά δεν αντισταθμίζεται, τότε τα φαινόμενα είναι επίσης σταθερά.

(...)

Η παρατήρηση της βαρύτητας σαν φαινόμενο κυματικής κίνησης με αντίθετη φορά, θα αποδειχτεί καθοριστικής σημασίας για την εξιχνίαση της διατήρησης της δομής της ύλης και για τη σχέση της με την ηλεκτρομαγνητική διακύμανση. Μία από τις πολλές και χρήσιμες απορίες που δημιουργούνται από τον παραλληλισμό των δύο αυτών φαινομένων είναι για τη σχέση της βαρυτικής ακτινοβολίας με τη συχνότητα και την ένταση του πεδίου. Μια άλλη απορία, μήπως το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο ή διακύμανση είναι ηλεκτρο-βαρυτικό πεδίο. Δηλαδή, μήπως ο συνδυασμός ενός εξερχόμενου αποκεντρωτικού και ενός εισερχόμενου συγκεντρωτικού κύματος αποτελούν τελικά τη διακύμανση που έχουμε ονομάσει "ηλεκτρομαγνητική". 

 

Προσέξτε: Η πλήρης ερμηνεία του φαινομένου της βαρυτικής έλξης και της σχέσης της ενέργειας του χώρου με τη δημιουργία της ύλης (και με τη διατήρηση της ενέργειας) θα έχουν επιτευχθεί όταν θα βρούμε υπό ποιες ακριβώς συνθήκες, η ταχύτατη αυξομείωση στην ενέργεια του χώρου μπορεί να διατηρηθεί ή να προκαλέσει συγκέντρωση ενέργειας και να δημιουργήσει υλικούς φορείς. Θα πρέπει να μπορούμε να υπολογίσουμε τα χρονικά διαστήματα, τα μήκη, τα ποσά ενέργειας που ανταλλάσσονται και να τα υπολογίσουμε πότε σαν σωματίδια, πότε σαν κύματα βαρύτητας, πότε σαν ηλεκτρομαγνητικά και σε σχέση μεταξύ τους για να δούμε ακριβώς πως διαφοροποιούνται τα φαινόμενα και πως συνδυάζονται έτσι δημιουργικά.

 

... ... ... 

Δεν θα ήταν άσκοπο να αναρωτηθούμε, γιατί η μεταβίβαση της ενέργειας στο μικροσκοπικό κόσμο γίνεται κατά ελάχιστες ξεχωριστές ποσότητες (τα κβάντα) και με ασυνεχή τρόπο, όπως διαπιστώθηκε από τον Πλανκ και τον Αϊνστάιν στην αρχή του 20ού αιώνα. Τι εξυπηρετεί ή πώς επιβάλλεται να γίνεται έτσι και τι σημαίνει στα πράγματα η σταθερά (h = 6,62606 x10-34 J sec) του Πλάνκ; Η βασική άποψη της θεωρίας του Ταυτόχρονου Ολοκληρωμένου Σύμπαντος προσφέρει ήδη τη γενική ερμηνεία αυτού του φαινομένου της ασυνεχούς μεταβίβασης της ενέργειας (Emin = h 1Hz), όπως γενικότερα της ύπαρξης των ελάχιστων μεγεθών (λmin, Tmin, amin, h). Πρώτον, η ενέργεια (από τη διατάραξη του πεπερασμένου χώρου) δεν μπορεί να μεταβιβάζεται απεριόριστα και “ανεξάρτητα” από τη συνολική ενέργεια του Σύμπαντος, όπως θα γινόταν εάν δεν ίσχυε η αρχή της διατήρησης της ενέργειας και αν η συνολική ενέργεια δεν συνδεόταν άμεσα με τον υλικό κόσμο μας. Εξάλλου, όπως προκύπτει εύκολα θεωρητικά, υπάρχει ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα στη δημιουργική διαδικασία του ολοκληρωμένου Σύμπαντος και όχι μηδενικός χρόνος και η διατάραξη στην ισοσταθμισμένη ενέργεια του χώρου προκαλεί τα γνωστά κυματικά φαινόμενα, εναλλασσόμενες και περιοδικές μεταβολές και αλληλεπιδράσεις σε ελάχιστα χρονικά διαστήματα. Για να μην είναι ταυτόχρονη η παρουσία του ολοκληρωμένου Σύμπαντος σε σχέση με εμάς πρέπει η συνολική ενέργεια να είναι ελαττωμένη με τρόπο σχετικό και “χρονοβόρο” και να υπάρχει ένα ελάχιστο όριο χρόνου (tmin) ή ένα μέγιστο όριο ρυθμού (fmax) για τη μεταβίβαση της ενέργειας. Σε τελική ανάλυση, η ασυνέχεια και η “αυτοσυγκράτηση” στη μεταβίβαση της ενέργειας επιβάλλεται από την αρχή της διατήρησης της ενέργειας και αυτήν εξυπηρετεί. Γι' αυτό, η ασυνέχεια παρατηρείται και στη δομή της ύλης και όχι μόνο στη μεταβίβαση της ενέργειας από την ακτινοβολία. Η ασυνέχεια στη δομή της ύλης και στη μεταβίβαση της ενέργειας του χώρου και κατά συνέπεια η παρουσία των σωματιδίων, προκύπτουν από την κυματική μεταβολή της ενέργειας του χώρου, από στιγμιαίες αλληλεπιδράσεις και από στάσιμες καταστάσεις, με τις αντιθέσεις που παρατηρούνται στα κυματικά φαινόμενα. Η περιοδική μεταβολή με τα όρια μίας μέγιστης max και μίας ελάχιστης min τιμής (στο χρόνο, στο μήκος, στην ποσότητας μεταβίβασης), διακόπτει τη συνέχεια και την άπειρη εξέλιξη... και αντιθέτως καταφέρνει με κάποιο όχι τυχαίο τρόπο (τον οποίο περιγράφουν οι μαθηματικές σχέσεις) να συντηρεί μία ισορροπημένη κατάσταση με την επανάληψη και το συγχρονισμό.

Η αρχή της διατήρησης της ενέργειας, πάλι, είναι μία ανεξήγητη έκφραση για το νόμο της σταθερότητας του Σύμπαντος και της ταυτόχρονης παρουσίας του. Χωρίς αυτό το νόμο θα ήταν ασυγχρόνιστη η ελάττωση και η μεταβίβαση της ενέργειας στον υλικό κόσμο. Όπως και η παρουσία της ύλης δεν θα συνδεόταν με την ισότροπη παρουσία του "κενού" χώρου, χωρίς αυτό τον ευρύτερο νόμο. Οι διακυμάνσεις, τα όρια στη μεταβολή, τα περιοδικά φαινόμενα και οι αλληλεπιδράσεις θα μπορούσαν να λάβουν άπειρη και τυχαία τιμή και εξαρτημένα μόνο από τις εξωτερικές συνθήκες. Αντί να αναφερθούμε στο σύνολο των πραγμάτων και του χρόνου, με την αφηρημένη αρχή της διατήρησης της ενέργειας αναφερόμαστε μόνο σε ένα μέρος των πραγμάτων, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο να υπάρχουν ενέργειες που δεν συνδέονται ή είναι τελείως ανεξάρτητες από αυτήν που υπολογίζουμε. Επίσης έτσι αφηρημένα, αποκρύπτουμε τη σχέση της διατήρησης της ενέργειας με τη ροή του χρόνου και την αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στην έννοια της διατήρησης με τον ατελείωτο χρόνο. Με τη γνωστή αρχή διατηρήσεως της ενέργειας, η επιστήμη είναι πιο ανεκτική στο ενδεχόμενο να υπάρχουν άγνωστες δυνάμεις και φαινόμενα, που επηρεάζουν τα πράγματα χωρίς εκείνα να “υποτάσσονται” στους ίδιους περιορισμούς, που επιβάλλει η παρουσία του κοινού συνόλου της πραγματικότητας. Στη "φιλοσοφική" θεωρία του Τελειωμένου Χρόνου, τέτοιες “ανεξάρτητες” δυνάμεις και φαινόμενα αποκλείονται.

 

Χρήσιμη πληροφορία για την ενέργεια των υλικών σωμάτων,

όπως διδάσκεται στο σχολείο :

 

Το γινόμενο της σταθερής δύναμης που μετατοπίζει το σημείο εφαρμογής της κατά τη διεύθυνσή της επί τη μετατόπιση, ονομάζεται έργο (W = F x). Το έργο εκφράζει την ενέργεια που μεταφέρεται από ένα σώμα σε ένα άλλο ή που μετατρέπεται από μία μορφή σε μία άλλη. Στην περίπτωση που η δύναμη σχηματίζει γωνία θ με τη μετατόπιση το έργο δίνεται από άλλη σχέση (W=F cosθ x ). Όταν η δύναμη είναι κάθετη 90º στη μετατόπιση τότε το έργο θεωρείται μηδέν. Ένα παράδειγμα δύναμης, που το έργο της θεωρείται μηδέν είναι η κεντρομόλος δύναμη στην κυκλική κίνηση και η κάθετη αντίδραση που δέχεται ένα σώμα, όταν κινείται πάνω σε μία επιφάνεια.

Χρήσιμη πληροφορία από την ηλεκτροτεχνία: Όταν η τάση και η ένταση του ρεύματος βρίσκονται σε φάση τότε ο καταναλωτής απορροφά συνεχώς ενέργεια, χωρίς να την επιστρέφει πίσω στην πηγή. Αντίθετα, όταν η διαφορά φάσεως μεταξύ της τάσης και της έντασης είναι 90º ή -90º μοίρες τότε δεν καταναλώνεται ενέργεια.

 

 

ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ

αντίφαση ανάμεσα στην έννοια της διατήρησης της ενέργειας με τον ατελείωτο χρόνο

 


*

 

Μ x V = F x t → Μ = F t / V → V = F t / M

 

 

 

© copyright Κώστας Γ. Νικολουδάκης

Επιμέλεια-Σχεδίαση  2004 - 2016

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ                     http://www.kosmologia.gr                      ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

ΤΗΣ

 ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

 

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ SITE

clock

Καλύτερη εμφάνιση σε ανάλυση 1024x768px | οθόνη τουλάχιστον 17" | codepage windows-1253 (Greek) | IE v.6.0 +