*

Ο ΠΛΗΡΗΣ ΚΟΣΜΟΣ & Η ΥΛΗ  /  ΤΟ ΑΜΕΣΟ (ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΟ) ΣΥΝΟΛΟ & Η ΖΩΗ

Σκέψεις από την αρχή και για την αρχή... Γη

***                                                                                 comet

* ΑΡΧΙΚΗ |     | ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ |     | ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΟΥ! |     | ΚΟΣΜΟΣ & ΖΩΗ |     | ΚΟΣΜΟΣ & ΥΛΗ

*

|

ΓΝΩΣΗ & ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ     |     ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΤΡΟΦΗ     |     ΑΝΘΡΩΠΟΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΑ     |     ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ

|

header message

ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΗ

 

Για σκεπτόμενους δημιουργικά!

 

ΕΠΑΝΩ • ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ 27

 

 

 

-26-

ΚΥΚΛΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ – ΠΛΗΡΕΣ & ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΟ ΣΥΜΠΑΝ
Θεωρία του τελειωμένου χρόνου και της σχετικότητας της ενέργειας
(Ενιαία θεωρία περί χρόνου, χώρου και ύλης)

Η ΥΛΗ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΙΣ ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

 

 

 

Στο ξεκίνημα του πονήματος εκφράστηκαν οι απορίες που προκαλούνται σε κάθε λογικό άνθρωπο όταν ακούσει πολύ περιληπτικά, ότι η διαίρεση της ύλης οδηγεί σε μικροσκοπικά σωματίδια που κινούνται με τεράστιες ταχύτητες. Πώς μικροσκοπικές ποσότητες που κινούνται ασταμάτητα καταφέρνουν και αποκτούν μια πιο σύνθετη και σταθερή μορφή; Γιατί η μάζα “αγνοεί” την ελκτική δύναμη και καταφέρνει να διατηρείται εκτεταμένη με τις δικές της εσωτερικές κινήσεις; Η πρώτη λογική απάντηση που μπορεί να δοθεί με το πιο σύντομο τρόπο είναι αυτή που μόλις επιτύχαμε ερμηνεύοντας τη σχέση της ενέργειας του χώρου με τη βαρύτητα, και της ισότροπης συγκέντρωσή της με την παρουσία της ύλης. Η ταχύτητα ή η κίνηση με την οποία δημιουργείται η μάζα μέσα από τη μικροσκοπική ροή ενέργειας δεν είναι ταχύτητα ευθύγραμμης κίνησης μέσα στο χώρο αλλά συχνότητα μεταβίβασης και ανταλλαγής της ενέργειας του χώρου κατά κύματα σε σημεία που η ενέργειά του είναι ελαττωμένη (διότι μεταβιβάζεται κάπου αλλού). Η υψηλή ταχύτητα, η ταλάντωση και η μεγάλη συχνότητα μεταβίβασης της ενέργειας των κυμάτων μέσα στη δομή της ύλης είναι βασικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία και τη διατήρηση της μάζας σε μικροσκοπικές διαστάσεις. Η βαρυτική έλξη είναι αποτέλεσμα της ενέργειας που αντλείται σε αυτή τη διαδικασία από τον ίδιο το χώρο, διαδικασία την οποία προκαλεί κάποιο άλλο φαινόμενο. ...Η ύλη δεν υπάρχει σαν ανεξάρτητη ποσότητα που δέχεται την καταστροφική ορμή μίας εξωτερικής ροής ή μίας αντίπαλης ελκτικής δύναμης. Είναι γνωστό, η ελκτική δύναμη ελάχιστα και απαρατήρητα επηρεάζει τις μικροσκοπικές κινήσεις που γίνονται μέσα στη δομή της ύλης. Αυτό συμβαίνει διότι αντιθέτως, το βαρυτικό πεδίο προκαλείται και υπάρχει από τη διαδικασία διατήρησης μέσα στη δομή της ύλης με κυματικό τρόπο και θα μπορούσε αμέσως να υποθέσει κάποιος, ότι εμφανίζεται σαν ελκτική δύναμη επειδή η ίδια η ύλη υπάρχει σαν απώλεια ενέργειας και σαν διατάραξη μιας ισορροπημένης κατάστασης.
 

Το ολοκληρωμένο Σύμπαν στο σύνολο του χρόνου ( μέγιστη χρονική περίοδος ΤΣύμπαντος ) υπάρχει σχετικά σαν πεπερασμένος χώρος και σαν σταθερή ποσότητα ενέργειας για όσα μπορούν να συμβούν εμμέσως με τους υλικούς φορείς. Επειδή οι υλικοί φορείς αποτελούν διακυμάνσεις ενέργειας σε μια κοινή και σταθερή ποσότητα, αυτή η κοινή και σταθερή ποσότητα προκαθορίζει τα μέγιστα και τα ελάχιστα όρια (του μήκους και του χρόνου) στις διακυμάνσεις και επομένως στις αλληλεπιδράσεις των δομικών στοιχείων.

... ... ...

Ο αριθμός των υλικών φορέων που υπάρχουν στο σύνολο του χώρου δεν είναι άσχετος από το όριο της μέγιστης απόστασης απομάκρυνσης του χώρου (lΣύμπαντος) και από την "ηλικία" του Σύμπαντος (δηλαδή, τη μέγιστη χρονική περίοδο ΤΣύμπαντος στην οποία το Σύμπαν είναι με όλη την ενέργειά του ). Η θεωρητική διαπίστωση της σχέσης της ποσότητας της ύλης με την περίοδο του Σύμπαντος, δεν είναι τελείως άγνωστη στη σύγχρονη φυσική. Έχει παρατηρηθεί σαν παράξενη σύμπτωση και με αμφιβολίες από υποθετικές σκέψεις και με απλούς υπολογισμούς. Ο ρόλος, όμως των ορίων στη φύση, όπως τον αποκαλύπτει για πρώτη φορά η θεωρία του Τελειωμένου Χρόνου και Ολοκληρωμένου Σύμπαντος οδηγεί σε σχέσεις μεταξύ φαινομένων, τα οποία από την εμπειρία φαίνονται τελείως ασύνδετα μεταξύ τους και προκύπτουν σχέσεις μεταξύ των ακραίων ορίων με λογική συνέπεια σαν κάτι φυσικό και αναμενόμενο.

... ... ...

Εάν τώρα η ύλη ήταν μία παρουσία ανεξάρτητη από τις "προδιαγραφές" του χώρου, εάν η ύλη βρισκόταν μέσα στο χώρο με ιδιότητες που καθορίζονται μόνο εξωτερικά, από την αλληλεπίδρασή της με τη γειτονική ύλη και η παρουσία της δεν ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τις ιδιότητες του χώρου, εάν ο χώρος δεν ισοδυναμούσε με μία ποσότητα ενέργειας λόγω της παρουσίας του ολοκληρωμένου Σύμπαντος, τότε θα κάναμε τις αδιέξοδες ερωτήσεις, όπως αυτές: Αφού ο χώρος έχει τόσο μεγάλα κενά διαστήματα, γιατί δεν υπάρχει περισσότερη ύλη ; Αφού υπάρχουν τόσο μεγάλες αποστάσεις χωρίς ύλη, ο χώρος ρυθμίζει με κάποιο τρόπο την ποσότητά της; Ποιες ιδιότητες της ύλης δεν επιτρέπουν την συχνότερη και πυκνότερη παρουσία της; Γιατί η βαρυτική δύναμη δεν συγκεντρώνει το σύνολο της ύλης γύρω από ένα κέντρο;

Η ερμηνεία της παρουσίας της ύλης ως φαινόμενο από τη μεταβολή στην ενέργεια του ίδιου του χώρου ή από τη δυναμική μεσολάβηση του πεπερασμένου χώρου μας αποτρέπει από την παγίδα των αδιέξοδων ερωτημάτων και στρέφει την αναζήτηση στα πραγματικά φαινόμενα που μπορούν να ερμηνεύσουν τα μεγάλα κενά στο μοίρασμα της ύλης. Διότι αυτά τα κενά του χώρου "αντανακλούν" ποσότητα ενέργειας και χρόνου που λείπει από τις εξελίξεις του υλικού κόσμου.

Ένα από αυτά τα φαινόμενα που συμμετέχουν στην αραιή παρουσία της ύλης είναι το φαινόμενο που θεωρούσαμε ότι έπρεπε να προκαλεί το αντίθετο αποτέλεσμα, δηλαδή η βαρυτική έλξη. Η παρουσία της ύλης δεν ξεκίνησε σε κάποια στιγμή του χρόνου, δεν βρίσκεται σε μία ξεχωριστή περιοχή του ευρύτερου χώρου ούτε καθορίστηκε από το εξωτερικό κόσμο που θα βρίσκεται συγκεντρωμένη. Το ίδιο, η βαρυτική δύναμη δεν εμφανίστηκε σε κάποια ιδιαίτερη στιγμή ούτε σε μία περιοχή του χώρου για να υπερισχύσει με το πλεονέκτημα της προτεραιότητας ή της ξεχωριστής περιοχής, όπως έχει γίνει περιστασιακά στην ανθρώπινη ιστορία.

Σε γενικές γραμμές, ο χώρος και η απόσταση υπάρχουν διότι η ύλη αποτελεί τις ελάχιστες απώλειες ενέργειας από τη συνολική ποσότητα της ενέργειας, ελάχιστες απώλειες που αναπληρώνονται με μία μικρή καθυστέρηση, στην οποία οφείλουν τη διατήρησή τους. Ο χώρος όχι μόνο δεν είναι έλλειψη ενέργειας, αλλά είναι η κοινή ενέργεια, την οποία η μάζα χρειάζεται για να αναδημιουργείται και να διατηρείται, αφού η ίδια υπάρχει σαν ελάχιστη στιγμή απώλειας και μεταβολής στη συνολική ενέργεια (EΣΥΜΠΑΝΤΟΣ).

Οι ελαττώσεις της ενέργειας είναι ελάχιστες, η αντιστάθμιση γίνεται με τον πιο γρήγορο τρόπο, ενώ η ενέργεια η οποία είναι διαθέσιμη είναι πολύ περισσότερη και εμείς την αντιλαμβανόμαστε σαν κενό χώρο και σαν άπειρες δυνατότητες αλληλεπίδρασης μεταξύ των πραγμάτων. Με άλλα λόγια η "τεράστια" πραγματικότητα του Ολοκληρωμένου 100% Σύμπαντος είναι για εμάς μία "τεράστια" δυνατότητα, είναι οι άπειρες εξελίξεις και τα άπειρα πράγματα που αναμένουμε να γίνουν. Τη σχετική απουσία τους την αποκαλούμε "κενό" χώρο. Εάν το σύνολο της (ίδιας ποσότητας) ύλης υπήρχε σε μικρότερο χρονικό διάστημα από τη συνολική περίοδο που είναι το ολοκληρωμένο Σύμπαν, αυτό θα σήμαινε: ελαττώσεις της ενέργειας με πιο γρήγορη αντιστάθμιση της απώλειας (μικρότερο ελάχιστο χρονικό διάστημα Tmin ), μικρότερος χώρος και αποστάσεις, λιγότερες και πιο γρήγορες εξελίξεις, πυκνότερες συγκεντρώσεις ύλης, ισχυρότερα βαρυτικά και ηλεκτρομαγνητικά πεδία. Στην περίπτωση αυτή, η ύλη δεν θα μπορούσε να είναι με την ίδια δομή και δεν θα υπήρχε στην ίδια ποσότητα. Η ποσότητα της ύλης μάλλον θα ήταν λιγότερη και με μεγαλύτερο μαζικό αριθμό. Η ποσότητα της ύλης μέσα στο πεπερασμένο χώρο, το πόσο ελαττώνεται η ενέργεια του "κενού" χώρου, σε ποια μονάδα του χρόνου, με πιο ρυθμό και με ποια σωματίδια σχηματίζεται η δομή της ύλης, εξαρτώνται προ-καθοριστικά από την ποσότητα της ενέργειας που αναλογεί στο συνολικό χώρο και στο σύνολο της μέγιστης χρονικής περιόδου. Σε γενικές γραμμές, η ενέργεια του χώρου "ρέει" για να ισορροπήσει και η ροή της δημιουργεί και διατηρεί ξανά τις ελαττώσεις της, τις οποίες ονομάζουμε «ύλη». Έτσι, τελικά η ισορροπία του είναι ένα φαινόμενο που επιτυγχάνεται δυναμικά και όχι ένα στατικό φαινόμενο.

Το ενεργειακό και χωρο-χρονικό όριο, το οποίο είναι κοινό για όλα τα υλικά πράγματα (και η ενότητα που επιβάλλει σαν ουσία ή σαν δύναμη στο σύνολο των υλικών φορέων) σχετίζεται με το φαινόμενο έλξης, το οποίο παρατηρήθηκε συγκεκριμένα στην εμπειρία και συνέπεσε να εκφραστεί με μαθηματική σχέση (από το Νεύτωνα/Newton) και ονομάστηκε εξειδικευμένα «βαρύτητα». Η βαρύτητα είναι ένας γενικός όρος, ο οποίος περιγράφει ποσοτικά και μέσα από την παρατήρηση της έλξης των «μεγάλων σωμάτων» τη γενικότερη ενότητα, την οποία οι περισσότεροι φιλόσοφοι διαπίστωσαν και εξέφρασαν με πιο αφηρημένο τρόπο πριν από τον Newton. Τώρα, από τη φιλοσοφική διατύπωση της θεωρίας του Τελειωμένου Συνολικού Χρόνου βλέπουμε πως η αφηρημένη ενότητα για τα υλικά πράγματα στο σύνολο του χρόνου επιβάλλεται να συνδεθεί με τις έννοιες του “πεπερασμένου χώρου”, του “ταυτόχρονου Σύμπαντος”, του “άμεσου Σύμπαντος”, του "ολοκληρωμένου Σύμπαντος" και της "κοινής πηγής ενέργειας για τα δομικά στοιχεία". Έτσι η ενότητα μέσα στο σχετικό χρόνο των επιμέρους πραγμάτων νοείται τώρα σαν ενεργητική, ουσιαστική και αναγκαστική και όχι σαν στατική, τυχαία και νοητή. Η παρουσία του κενού χώρου δεν είναι το τυχαίο αποτέλεσμα από την εξωτερική σύνδεση των υλικών πραγμάτων αλλά το αναγκαστικό όριο (μήκους και χρόνου) για την ενέργεια, την κίνηση και τη σύνδεση των υλικών πραγμάτων, τα οποία παρουσιάζονται από τις μεταβολές στη δική του προηγούμενη ενεργειακή κατάσταση.

"Το γίγνεσθαι είναι η κοινή συνέπεια της συγγένειας όλων των πραγμάτων σε κάθε στιγμή, συγγένειας που είναι αναγκαία, γιατί όλα αποτελούν τρόπους διαμόρφωσης μιας κοινής ουσίας, στιγμές διαμόρφωσης ενός σταθεροποιημένου πράγματος", όπως είχα γράψει πιο αφηρημένα με το καθημερινό λεξιλόγιο και όπως παρόμοια έχουν παρατηρήσει μερικοί μεγάλοι φιλόσοφοι.

Η προηγούμενη ενότητα, η σταθερότητα του ολοκληρωμένου Σύμπαντος (στο συνολικό χρόνο), η ταυτόχρονη (άμεση) παρουσία του (η αμεσότητα της ύπαρξής του) και η συνολική ενέργεια υπάρχουν σχετικά προς την ύλη σαν κοινή βάση για τη διατήρησή της, σαν εσωτερική τάση για τη διατήρηση της ενεργειακής ισορροπίας και της σταθερότητας, αφού θέτει με φυσικό τρόπο τα σταθερά όρια στην κίνηση και στην ανταλλαγή της ενέργειας, όρια από τα οποία κανένα πράγμα δεν μπορεί να απαλλαγεί. Όμως, η παρουσία της ύλης είναι στιγμιαία διακοπή της ενότητας, μεταβολή (αυξομείωση) της ενέργειας, χρονικό διάστημα μεταβίβασης της ενέργειας, διατάραξη της ισορροπίας, "απομάκρυνση" από την "κοινότητα" και η αρχή μιας απουσίας. Η αλληλεπίδραση, η διασύνδεση και η συνύπαρξη με άλλα υλικά πράγματα μέσα σε προκαθορισμένα χρονικά και χωρικά όρια είναι η συνέπεια της απώλειας της ενέργειας, που εξαναγκάζει να αντληθεί από κάπου αλλού. Στις πιο μεγάλες ποσότητες της ύλης και ανεξάρτητα από τις εξωτερικές και σχετικές ιδιομορφίες των πραγμάτων, η τάση αυτή για αναπλήρωση της ενέργειας (και επαναφορά σε κατάσταση ισορροπίας) εμφανίζεται εξωτερικά και ομοιόμορφα με τη βαρυτική δύναμη.

Δεν είναι τα ξεχωριστά υλικά πράγματα που καθορίζουν αποκλειστικά τη μορφή του συνολικού χώρου, τη μέγιστη απόσταση που εκτείνονται, σε πόσο χρόνο μπορούν να πλησιάσουν ή να απομακρυνθούν και πως αυτά θα ενεργήσουν και θα διαμορφωθούν. Αντιθέτως, το ολοκληρωμένο Σύμπαν στο σύνολο του χρόνου υπάρχει σχετικά σαν πεπερασμένος χώρος και σαν περιορισμένη ενέργεια για όσα μπορούν να συμβούν και να υπάρξουν σχετικά εκ των υστέρων ή έμμεσα, (διαμέσου των φορέων αλληλεπίδρασης της ελάχιστης στιγμής, που είναι οι υλικοί φορείς) και προκαθορίζει τα όρια στις αλληλεπιδράσεις τους (όρια μήκους, χρόνου και ποσότητας στη μεταβίβαση ενέργειας) και τελικά ποια θα είναι η σύσταση των υλικών φορέων (δηλ. πόση ενέργεια θα μεταβιβάζεται, θα συσσωρεύεται και ποιες στάσιμες καταστάσεις θα προκαλούνται από τις μικροσκοπικές μεταβολές και ανταλλαγές της ενέργειας).

... ... ...

 

ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ

 

c= h / M λm = λm Vm / Λp = Em λm / h 1 /50G = 0,02 / G 1 /√μο εο

50 c 1 / G 149,8962 x 108

G 1 / 50 c 0,02 /c 1 / 149,9 x 108  ≈ 1 / 1,5 x1010

G = 6,6725 x10-11 c / TΣ c2 / SΣ c fΣ √μο εο / 50

G = c / 0,449295 x 1019  ≈  fmax h / 0,449295 x1019


* Αξιοπρόσεκτη είναι και η σχέση c*G 0,02. Η πρώτη μέτρηση της σταθεράς G έγινε πειραματικά το 1797 από τον  Henry Cavendish. Η πρώτη αξιόπιστη μέτρηση της ταχύτητας του φωτός έγινε το 1676 από το Δανό αστρονόμο Olaus Roemer και με μεγαλύτερη ακρίβεια το 1850 από το βοηθό του Φιζώ, Ζαν Λεον Φουκώ (μέσα σε απόσταση λίγων δεκάδων μέτρων). Ενώ οι μετρήσεις των φαινομένων c και G έχουν γίνει από τόσο παλαιότερα, είναι πολύ σπάνιο αν όχι απίθανο να πέσει στην αντίληψη κάποιου μία αναφορά για την αριθμητική σχέση των σταθερών c και G. Τόσος χρόνος που ακολούθησε, αναρίθμητες δημοσιεύσεις, τόσος όγκος βιβλιογραφίας και ποτέ δεν έτυχε τουλάχιστον σε εμένα να συναντήσω αναφορά ή υποψία για τη σχέση του 0,02 από το γινόμενο c G. Το να σκεφτεί κάποιος την ύπαρξη μίας ελκτικής δύναμης για την πτώση των σωμάτων είναι κάτι πιο απαρατήρητο και πιο τυχαίο από την υποψία που κινεί η σχέση αντίθεσης που εμφανίζεται αριθμητικά από τις σταθερές c και G. Για πολλοστή φορά θα θυμηθούμε τη γνωστή διαπίστωση της απλής λογικής, ότι ψάχνουμε μακριά κάτι που βρίσκεται μπροστά μας.

 

 

 

 

 

 

© copyright Κώστας Γ. Νικολουδάκης

Επιμέλεια-Σχεδίαση  2004 - 2016

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ                     http://www.kosmologia.gr                      ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

ΤΗΣ

 ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

 

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ SITE

clock

Καλύτερη εμφάνιση σε ανάλυση 1024x768px | οθόνη τουλάχιστον 17" | codepage windows-1253 (Greek) | IE v.6.0 +