*

Ο ΠΛΗΡΗΣ ΚΟΣΜΟΣ & Η ΥΛΗ  /  ΤΟ ΑΜΕΣΟ (ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΟ) ΣΥΝΟΛΟ & Η ΖΩΗ

Σκέψεις από την αρχή και για την αρχή...  Γη

***                                                                                 comet

* ΑΡΧΙΚΗ |     | ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ |     | ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΟΥ! |     | ΚΟΣΜΟΣ & ΖΩΗ |     | ΚΟΣΜΟΣ & ΥΛΗ

*

ΓΝΩΣΗ & ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ     |     ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΤΡΟΦΗ     |     ΑΝΘΡΩΠΟΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΑ     |     ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ

header message

ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΗ

 

 

Για σκεπτόμενους δημιουργικά!

 

ΕΠΑΝΩ • ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ 30

 

 

-29-

ΚΥΚΛΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ – ΠΛΗΡΕΣ & ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΟ ΣΥΜΠΑΝ
Θεωρία του τελειωμένου χρόνου και της σχετικότητας της ενέργειας
(Ενιαία θεωρία περί χρόνου, χώρου και ύλης)

Η ΗΛΕΚΤΡΟΜΑΓΝΗΤΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΤΑΧΥΤΗΤΑ

Θεωρητική ανάλυση του φαινομένου του φωτός (με κοινό λεξιλόγιο)

 

 

 

 

Φως: Ένα μικρό τμήμα της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, το οποίο γίνεται αισθητό από το μάτι κοντά στη ζώνη των 1014 Hz με μήκος κύματος 400 nm για το κυανό χρώμα έως 700 nm για το ερυθρό. Όπως το διατυπώνουμε μέχρι εδώ, δεν είναι ένα φαινόμενο πιο παράξενο από το πλήθος των φαινομένων που ερευνάμε και γνωρίζουμε. Η ταχύτητα του φωτός c στο κενό έχει μετρηθεί 2,997 924 x108 m/ sec ή 299792 km / sec. Προσέξτε τον αριθμό της ταχύτητας σε σύγκριση με την ταχύτητα που θεωρούμε μεγάλη στην καθημερινή ζωή μας. Προσέξτε πόση απόσταση διανύει το φως σε χρονικό διάστημα 1sec. Η σκέψη για το μέλλον και το παρελθόν του κόσμου, για τη χρονική στιγμή που "ήρθαμε" στη ζωή και για το απέραντο μέγεθος του κόσμου μπορεί να γεννήσει τη φιλοσοφία και τη θρησκεία. Η σκέψη και μόνο για την ταχύτητα του φωτός, όταν αντιληφθούμε το μέγεθος της ταχύτητάς του μπορεί να ενώσει την επιστήμη της φυσικής με τη φιλοσοφία! Πώς μπορεί κάτι να βρίσκεται περίπου 300 000 000 μέτρα μακριά σε χρόνο 1 sec, όταν εμείς το παλεύουμε με όλα τα μέσα για να κινηθούμε μερικά χιλιόμετρα ; Και δεν είναι μόνο η καταπληκτικά μεγάλη ταχύτητα του φωτός που προκαλεί τη σκέψη για τη διερεύνηση του φαινομένου πέρα από τις επιστημονικές μεθόδους. Ακόμα πιο προκλητικό και ιδιαίτερα σημαντικό για την πρόοδο της φυσικής είναι η εύκολη παρατήρηση της ομοιόμορφης παρουσίας του προς όλες τις κατευθύνσεις του κενού χώρου από το σημείο της πηγής του . Ταχύτατο το φως και αδιάστατο! Το φως μπορεί ακόμα να μεταφέρει πληροφορίες με άπειρες λεπτομέρειες προς όλα τα σημεία, απ' ευθείας ή από αντανάκλαση και με ελάχιστες απώλειες ! Θα μπορούσε ποτέ να τα κάνει όλα αυτά ένα πράγμα το οποίο κινείται μέσα στο χώρο με το γνωστό τρόπο της μετατόπισης ;

Για την ταχύτητα του φωτός σε βιβλίο φυσικής: " Όταν το φως μεταδίδεται επί της επιφάνειας της Γης από έναν τόπο σε άλλο, φαίνεται ότι μεταδίδεται ακαριαίως, διότι δεν μεσολαβεί αισθητός χρόνος μεταξύ της στιγμής της αναχωρήσεως του φωτός από τον ένα τόπο και της στιγμής της αφίξεώς του στον άλλο ". Η διατύπωση είναι όμορφη και βοηθάει να κατανοήσουμε το φαινόμενο της πιο υψηλής ταχύτητας με τους όρους της αναχώρησης και της άφιξης. Δεν πρόκειται για την αναχώρηση και την άφιξη που αντιλαμβανόμαστε στον υλικό κόσμο. Το φως μεταδίδεται ακαριαία, δηλαδή στον ελάχιστο χρόνο, διότι υπάρχει από πριν απλωμένος παντού και ταυτόχρονα ο φορέας της μετάδοσής του. Αυτό που μεταδίδεται είναι η διαταραχή του ταυτόχρονου μέσου, διαταραχή η οποία στην πραγματικότητα αυξομειώνει τη συχνότητα και την "ταχύτητα" με την οποία ο χώρος παραμένει σε σταθερή ενεργειακή κατάσταση.

 

 

 

Λέμε ότι τα ηλεκ/κά κύματα κινούνται με τη μέγιστη οριακή ταχύτητα των 2,997924 x108 μέτρων ανά δευτερόλεπτο. Για λόγους διευκόλυνσης θα αναφερθούμε στο ορατό τμήμα τους το οποίο ονομάζουμε φως. Όπως το βρήκε μέσα από εξισώσεις ο Maxwell 1831-1879), το φως αποτελεί ένα τμήμα των κυμάνσεων στο ίδιο μέσο που προκαλούνται οι ηλεκτρικές και οι μαγνητικές διαταραχές, οι οποίες διαδίδονται στο κενό με την οριακή ταχύτητα περίπου 3 x108 m/s. Από τη μέτρηση του χρόνου που χρειάζεται για να φτάσει ένα κύμα σε μία γνωστή απόσταση χωρίς εμπόδια, μπορούμε να υπολογίσουμε την ταχύτητα και κάπως έτσι, με τα πιο σύγχρονα τεχνικά μέσα, γνωρίζουμε την ταχύτητα του φωτός με περισσότερη ακρίβεια.

Το ηλεκτρομαγνητικό κύμα στον κενό χώρο χρειάζεται πάντοτε τον ίδιο χρόνο για να φθάσει στην ίδια απόσταση και γι' αυτό λέμε ότι κινείται με την ίδια ταχύτητα. Από τη μέχρι τώρα εφαρμογή και χρήση των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων και από τους υπολογισμούς που γίνονται για την κατασκευή των ηλεκτρονικών συσκευών (υπολογισμοί χωρητικής και επαγωγικής αντίστασης, κυκλώματα ταλαντωτών και συντονισμού, συστήματα εκπομπής και λήψης κ.λπ.) με ένα μεγάλο κομμάτι του φάσματος, φαίνεται να είναι σωστή η παρατήρηση ότι η ταχύτητα των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων δεν εξαρτάται από τη συχνότητά τους.

Το φως αποτελείται από μεγάλο αριθμό κυμάτων, που όλα φθάνουν με την ίδια ταχύτητα (δηλ. χρειάζονται τον ίδιο χρόνο για να "διανύσουν" την ίδια απόσταση). Για λόγους απλοποίησης, εδώ στην αρχική περιγραφή δεν αναφερόμαστε στο ηλεκτρομαγνητικό κύμα αναλυμένο σε ηλεκτρικό και μαγνητικό πεδίο. Έτσι, από το ίδιο σημείο μπορούν να διέρχονται περισσότερα ή λιγότερα κύματα στη μονάδα του χρόνου και αυτό σημαίνει, ότι η μεταβολή που προκαλεί αυτά τα κύματα, μπορεί να γίνεται πιο γρήγορα ή πιο αργά. Όταν η μεταβολή που προκαλεί τα κύματα γίνεται πιο γρήγορα το κύμα επαναλαμβάνεται επίσης πιο γρήγορα και έτσι στη μονάδα του χρόνου φθάνουν ή διέρχονται μεγαλύτερος αριθμός κυμάτων (δηλαδή υψηλότερη συχνότητα f ), τα οποία ακολουθούν το ένα το άλλο, με χρονικά διαστήματα μικρότερα (μήκος κύματος λ). Όταν η μεταβολή που προκαλεί τα κύματα γίνεται πιο αργά, τότε τα κύματα διέρχονται σε πιο αραιά χρονικά διαστήματα και ο αριθμός των κυμάτων στη μονάδα του χρόνου είναι μικρότερος.

Ακόμα, το κύμα αυτό είναι ένας φορέας μετάδοσης μίας ποσότητας ενέργειας (Ε=hf). Η μεταβολή στην ποσότητα της ενέργειας του χώρου προκαλεί κυματικά φαινόμενα διότι η μεταβίβαση της ενέργειας δεν γίνεται σε μηδενικό χρόνο και βρίσκει κάποια αντίσταση (όπως μία αρχική ώθηση σε μία στάσιμη ποσότητα νερού). Όταν στη μονάδα του χρόνου διέρχεται μεγαλύτερος αριθμός κυμάτων, τότε στην ίδια αυτή μονάδα του χρόνου μεταβιβάζεται μεγαλύτερη ποσότητα ενέργειας και αντιθέτως. Λογικά τα ερωτήματα: Μέχρι πόσο μεγάλος αριθμός κυμάτων μπορεί να διέλθει στη μονάδα του χρόνου (fmax); Ο αριθμός των κυμάτων που επαναλαμβάνονται μπορεί να αυξάνει απεριόριστα (f); Εάν ναι, τότε αυτό θα σήμαινε, ότι και τα χρονικά διαστήματα που μεσολαβούν από το ένα κύμα μέχρι το επόμενο μπορούν να μικραίνουν απεριόριστα και κατά συνέπεια, ότι η μεταβολή που τα προκαλεί μπορεί να γίνεται σε απείρως μικρά χρονικά διαστήματα ή σε μηδενικό χρόνο. Επίσης, η απεριόριστη αύξηση της συχνότητας (f), θα σήμαινε ακόμα και άπειρη ποσότητα μεταβίβασης κυματικής ενέργειας στη μονάδα του χρόνου (E). Επομένως, αφού υπάρχει ένα ανώτατο όριο στον αριθμό των κυμάτων (fmax) και ένα ελάχιστο όριο στο χρονικό διάστημα που αυτά τα κύματα μπορούν να επαναλαμβάνονται (Tmin), αυτό σημαίνει, ότι η πιο υψηλή συχνότητα (fmax) προκύπτει από κάποια μεταβολή που γίνεται στον ελάχιστο δυνατό χρόνο Tmin (ή ελάχιστη περίοδο). Ο ελάχιστος δυνατός χρόνος Tmin και ο μέγιστος ρυθμός της επανάληψης των κυμάτων fmax σχετίζεται με την ανώτατη οριακή ταχύτητα Vmax που θεωρούμε ότι είναι η ταχύτητα του φωτός c (δηλαδή η ταχύτητα που έχουν πάντα τα ίδια αυτά τα κύματα μέσα στο χώρο).

Το ανώτατο όριο στον αριθμό των κυμάτων ανά μονάδα του χρόνου σημαίνει ακόμα ένα ανώτατο όριο max στην ποσότητα της ενέργειας E που μπορεί να μεταδοθεί κυματικά στη μονάδα του χρόνου (1sec). Η μέγιστη ποσότητα ενέργειας Emax που μπορεί να μεταβιβαστεί κυματικά (κατά κύματα) στη μονάδα του χρόνου συνδέεται με τον ελάχιστο χρόνο Tmin στον οποίο παράγονται και ακολουθούν τα κύματα (και όχι άμεσα με την ταχύτητα των κυμάτων που είναι πάντα η ίδια). Ο ελάχιστος αυτός χρόνος συνδέεται με το πόσο γρήγορα μπορεί να μεταβιβαστεί η ενέργεια (ή να αναπληρωθεί) και με το ρυθμό που προκαλούνται τα κύματα στην πηγή. Προφανώς, υπάρχει ένα όριο όπου δεν μπορεί να μεταβιβαστεί περισσότερη ενέργεια στη μονάδα του χρόνου (P=Emax/T) και στο χρονικό αυτό διάστημα, που η ενέργεια καθυστερεί να μεταβιβαστεί, τα κύματα πυκνώνουν. Το ίδιο λογικά και ακολούθως ρωτάμε: Πόσος είναι ο ελάχιστος χρόνος Tmin που μπορούν να ακολουθούν τα κύματα το ένα το άλλο και πόση η μέγιστη ποσότητα της ενέργειας Emax που μπορεί να μεταβιβαστεί κυματικά στη μονάδα του χρόνου με την πιο υψηλή συχνότητα fmax ; Θα ρωτούσαμε ακόμα ποια είναι η ελάχιστη ποσότητα της ενέργειας Emin, όμως έχουμε την τύχη να τη γνωρίζουμε.

Η μέγιστη ποσότητα ενέργειας (Emax) που μπορεί να μεταβιβαστεί κυματικά και η υψηλότερη συχνότητα (fmax) συνδέονται με ένα ελάχιστο χρόνο επανάληψης και μεταβολής (που προκαλεί αυτά τα κύματα). Η ελάχιστη ποσότητα ενέργειας που μπορεί να μεταβιβαστεί κυματικά και στη χαμηλότερη συχνότητα συνδέονται με μηδενική επανάληψη και με τον πιο αργό ρυθμό επανάληψης. Να παρατηρήσουμε ακόμα, ότι η μέγιστη ποσότητα ενέργειας Emax που μπορεί να μεταβιβαστεί κυματικά στη μονάδα του χρόνου καθορίζει και τη μέγιστη ποσότητα ενέργειας που μπορεί να αποσπαστεί και να ελαττωθεί στην ίδια μονάδα χρόνου από κάπου αλλού (δηλαδή το όριο της μέγιστης ελάττωσης στην ποσότητα της ενέργειας -Emax). Στη μέγιστη ποσότητα ενέργειας που μπορεί να μεταβιβαστεί με τη κυματική διατάραξη του κενού χώρου ανά μονάδα του χρόνου (sec), θεωρητικά ισοδυναμεί μια μέγιστη ποσότητα μάζας Mmax σύμφωνα με τη σχέση Mmax = Emax / c2 και για τη μονάδα του χρόνου 1sec. Αντίστοιχα, μια άλλη ποσότητα μάζας ισοδυναμεί στην ποσότητα ενέργειας που λείπει (στα σημεία ελάττωσης). Οι προηγούμενες λογικές σκέψεις συνοψίζονται με τις απλές σχέσεις που ακολουθούν.

Η υψηλότερη συχνότητα των κυμάτων (ο μέγιστος αριθμός των κυμάτων fmax στη μονάδα του χρόνου) όταν πολλαπλασιάζεται με την ελάχιστη ποσότητα στροφορμής (h = kg m2 / sec) πρέπει να δίνει μία μέγιστη ποσότητα ενέργειας (Emax). Δηλαδή:

Εmax = fmax x h και Emin = fmin x h h = Emax / fmax = Emin / fmin

Επίσης Emin = Εmax x fmin (1Hz) / fmax .

Επειδή η συχνότητα f είναι το αντίστροφο της χρονικής περιόδου Τ, μπορούμε να πούμε ακόμα για λόγους διευκόλυνσης της παρατήρησης:

Εmax = h / Tmin και Emin = h / Tmax h = Emax Tmin = Emin Tmax

Η μέγιστη ποσότητα της κυματικής ενέργειας Emax όταν διαιρείται με την ελάχιστη ποσότητα (Emin = h 1Hz) πρέπει να δίνει τον αριθμό, πόσες φορές "χωράει" η ελάχιστη ποσότητα ενέργειας Emin στη μέγιστη Emax, (ο λόγος σαν συχνότητα) και τον αριθμό των κυμάτων (f) που μπορούν να τη μεταβιβάσουν στη μονάδα του χρόνου. Δηλαδή:

Emax / h = fmax.

(...)

Η ταχύτητα Vc των φωτεινών κυμάτων -η οποία μετριέται πάντα η ίδια ανεξάρτητα από τον αριθμό των κυμάτων στη μονάδα του χρόνου και ανεξάρτητα από την ποσότητα της ενέργειας που μεταβιβάζεται- είναι μία σταθερά που προκύπτει από κάποιες μεταβολές (αυξομειώσεις) ενέργειας. Η συχνότητα μπορεί να αλλάζει, όπως και το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί κατά την παραγωγή των κυμάτων, όπως και η ποσότητα της ενέργειας που αποσπάται ή μεταβιβάζεται κυματικά. Η ταχύτητα c είναι μία φυσική σταθερά που προκύπτει από τη μεταβολή χρόνου και της ποσότητας ενέργειας και στη φύση δεν έχει μόνο διαστάσεις ταχύτητας (m/s). Η σταθερή ταχύτητα των ηλεκτρομ/κών κυμάτων c προκύπτει από τον ελάχιστο χρόνο Tmin που χρειάζεται για να μεταβιβαστεί (ή να αναπληρωθεί) μία ελάχιστη ποσότητα ενέργειας (Emin = h 1Hz).

Από τις σχέσεις

Εmax = h / Tmin και Emin = h / Tmax h = Emax Tmin = Emin Tmax

μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η στοιχειώδης ποσότητα της ενέργειας που μεταβιβάζουν τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα είναι πάντοτε η ίδια, ανεξάρτητα από τη συχνότητα των κυμάτων και τη συνολική ποσότητα της ενέργειας. Η μεγάλη ποσότητα ενέργειας στο μικρότερο χρονικό διάστημα είναι ίση με τη μικρή ποσότητα ενέργειας επί το μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό για να γίνεται, πρέπει η ποσότητα της ενέργειας που μεταβιβάζουν τα κύματα να εξαρτάται μόνο από το χρόνο ή τη συχνότητα που ακολουθούν το ένα το άλλο (μεταξύ τους) και όχι από το αρχικό κύμα / διατάραξη ούτε από το χρόνο που αυτή η διατάραξη χρειάζεται για να παραχθεί. Αντιθέτως, το αρχικό κύμα, από τη στιγμή που αυτό προκαλείται πρέπει να παράγεται και να ταλαντώνεται στον ίδιο πάντα ελάχιστο χρόνο Τmin και μεταφέρει πάντα το ίδιο ελάχιστο ποσό ενέργειας με την ίδια ελάχιστη μονάδα του μήκους.

Δηλαδή πρέπει να ισχύει Εmax / Emin = Tmax / Tmin .

Ο ελάχιστος χρόνος Tmin είναι ο ίδιος για όλα τα κύματα και τις συχνότητες και στον ελάχιστο αυτό χρόνο Tmin μεταβιβάζεται πάντα η ίδια ελάχιστη ποσότητα ενέργειας Εmin. Όταν αυξάνει ο αριθμός των κυμάτων στη μονάδα του χρόνου και μαζί η ποσότητα της ενέργειας που μεταβιβάζουν, τότε ακόμα η ελάχιστη ποσότητα ενέργειας μεταβιβάζεται στο ίδιο ελάχιστο χρονικό διάστημα Tmin. Στο χρονικό διάστημα που αθροίζουμε εμείς (σε 1sec) μεταβιβάζεται πολλαπλάσια ποσότητα ενέργειας αλλά με μεγαλύτερο αριθμό κυμάτων και η σχέση ποσότητας ενέργειας προς χρόνο h f / t παραμένει η ίδια ( παρατήρηση E/ t = Ισχύς P).

h fmin / Tmin = P = h fmax / Tmax. Η ποσότητα της ενέργειας (hf) που μεταβάλλεται ηλεκτρομαγνητικά στη μονάδα ενός ελάχιστου χρόνου είναι η ίδια. Από αυτή την παρατήρηση μπορούμε και προβλέπουμε, ότι αν ένα κύμα υψηλής συχνότητας το λάβουμε με μια συσκευή που η λήψη της διακόπτεται σε χρόνο μικρότερο από την περίοδο του κύματος που μεταδίδεται, αμέσως μετά από τη στιγμή της άφιξης του κύματος, τότε θα το λάβουμε και θα το μετρήσουμε σαν κύμα μικρότερης συχνότητας. Κι αν η λήψη οποιουδήποτε κύματος διακοπεί σχεδόν στον ελάχιστο χρόνο Tmin τη στιγμή της άφιξής του, τότε θα λάβουμε ένα κύμα της πιο χαμηλής συχνότητας του 1 Hz. Με άλλα λόγια, λέμε ξανά ότι δεν έχει νόημα η μεταβίβαση μιας ποσότητας ενέργειας ή μιας δύναμης, όταν αυτή για τον τάδε λόγο, δεν μπορεί να μεταβιβαστεί ή αντίστοιχα να εφαρμοστεί. Η ποσότητα που θα μεταβιβαστεί, είτε μιλάμε για ενέργεια, είτε για συχνότητα εξαρτάται και από το φαινόμενο της αδράνειας ή της καθυστέρησης που εκδηλώνεται στο χρονικό διάστημα της αλληλεπίδρασης.

Ο χρόνος μεταβολής καθορίζεται μόνο από τις ιδιότητες του μέσου επάνω στο οποίο προκαλούνται τα κύματα, οι ιδιότητες του οποίου δεν επιτρέπουν περισσότερη μεταβολή στην ενέργειά του πέρα από ένα όριο ποσότητας στη μονάδα του χρόνου ( P = h fmin / Tmin = h fmax / Tmax → fmin = P Tmin/ h → Tmin =P/ h fmin ). Η διατάραξη στον κενό χώρο προκαλεί το πρώτο κύμα με χρόνο μεταβολής που καθορίζεται από τις ιδιότητες του μέσου που διαταράσσεται. Εάν τα κύματα ξεκινούσαν να κινούνται όπως τα υλικά πράγματα τότε αυτά θα διένυαν μία απόσταση σε χρόνο που θα εξαρτιόταν από την πηγή της κίνησής τους, δηλαδή η ταχύτητα της κίνησής τους θα καθοριζόταν από τη δύναμη που τα έσπρωξε. Θα ξεκινούσαν από ένα σημείο σαν ξεχωρισμένα από την πηγή τους και από μία ώθηση που θα μπορούσε να διαφέρει και να προκαλεί κύματα με διαφορετική ταχύτητα (σχετικοί τύποι V = l / t = l f → l = V t = V / f → f = V / l, όπου V=ταχύτητα, l=διάστημα και t= χρόνος). Στην περίπτωση αυτή, η "συχνότητα", με την έννοια του ρυθμού που επαναλαμβάνεται η ίδια μεταβολή, θα καθοριζόταν από το πόσο γρήγορα κινούνται τα κύματα. Τα κύματα με υψηλότερη ταχύτητα θα διένυαν πιο γρήγορα την ίδια απόσταση και θα ήταν περισσότερα στη μονάδα του χρόνου.

Στην περίπτωση των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, συμβαίνει το φαινόμενο να μετράμε την ίδια ταχύτητα Vc για όλα τα κύματα, ενώ ο αριθμός των κυμάτων που διέρχονται στη μονάδα του χρόνου (f) μπορεί να μεταβάλλεται σε απίστευτα μεγάλα όρια. Με τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα δεν συμβαίνει η συνεχής κίνηση ενός και του ίδιου υλικού σώματος (l/t). Όμως για τη φυσική εξήγηση αυτού του φαινομένου χρειάζεται η κλασική φυσική και η εμπειρία. Η πηγή των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων δεν είναι πραγματική πηγή από την οποία εκείνα δημιουργούνται σαν αποσπώμενα από την ίδια την πηγή τους ή όπως αν κάπως προϋπήρχαν και δέχτηκαν μια δύναμη. Η προέλευσή τους είναι είναι ένα σημείο του κενού χώρου στο οποίο προκαλείται η διατάραξη ενός αόρατου μέσου, χωρίς την παρουσία του οποίου τα αόρατα κύματα δεν θα ήταν κύματα. Τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα είναι αχώριστα από την "πηγή" τους και όχι ανεξάρτητα. Γι' αυτό το λόγο και μόνο, μπορούν να μεταδίδονται σαν κύματα με τη ίδια ταχύτητα ενώ συγχρόνως εξασθενούν με την απόσταση και χάνουν ενέργεια. Διότι την ταχύτητα και την ενέργειά τους την αποκτούν γρήγορα από το χάσιμο της ενέργειας και της ταχύτητας των προηγούμενων κυμάτων, τα οποία και προκαλούν την παρουσία των κυμάτων που ακολουθούν στο ίδιο μέσο. Στην πραγματικότητα, προκαλούνται τοπικές αυξομειώσεις από τη μεταβίβαση της ενέργειας εντός ενός και του ίδιου μέσου, όπως οι κυματισμοί ενός ρευστού. Η παρουσία των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων δεν είναι η μετακίνηση ενός αρχικού κύματος αποσπασμένου από την πηγή, αλλά η πρόκληση νέων κυμάτων, η οποία συμβαίνει κάθε φορά από την αρχή σε μία νέα απόσταση και σε μία νέα χρονική στιγμή, από το τέλος των προηγούμενων κυμάτων σε ένα μέσο διάδοσης που επανέρχεται στην κατάσταση ισορροπίας. Και φυσικά δεν είναι η μετακίνηση ενός φωτονίου που ταξιδεύει φοβισμένο στο κενό με διαφορετικό τρέμουλο.

Αυτό που μετράμε σαν ταχύτητα της κίνησης των κυμάτων είναι ο ελάχιστος χρόνος στον οποίο μεταβιβάζεται, αναπληρώνεται και απορροφάται η ενέργεια του μέσου ανά ελάχιστη ποσότητα ( σχετικοί τύποι c = λmin / Tmin = λmax / Tmax και λmin = c Tmin και h = Emax / fmax = Emax Tmin) και η καθυστέρηση στη μεταβολή ή στη μεταβίβασή τους (T =λ f / a → a =λ f / T ) σε κάθε ολοκληρωμένη περίοδο, όπου το κύμα είναι πλήρες. Το κύμα είναι μία κίνηση που πάει να γίνει αλλά βρίσκει την αντίσταση του μέσου διάδοσης και "εμποδίζεται". Η ταχύτητα του κύματος καθορίζεται μόνο από αυτό το μέσο, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο άυλος και ισότροπος χώρος. Όταν η αρχική κίνηση/μεταβολή φτάσει σε μία μέγιστη τιμή, τότε η αρχική ενέργεια στιγμιαία σταματάει να μεταβιβάζεται και η ταχύτητα ελαττώνεται μέχρι που προκαλείται μία νέα κίνηση για να μεταφερθεί. Κάθε πλήρες κύμα είναι μία κίνηση η οποία φτάνει πάντα στη μέγιστη ταχύτητά της και αυτό που αλλάζει είναι πόσος χρόνος χρειάζεται για να ολοκληρωθεί το κύμα και για να φτάσει στη μέγιστη ταχύτητα. Αφού, λοιπόν, μετράμε την άφιξη ενός κύματος ανεξάρτητα από τον αριθμό των κυμάτων (συχνότητα) που προηγήθηκαν μέχρι να γίνει αυτή η άφιξη, ο χρόνος είναι πάντα ο ίδιος.
 

Από βιβλίο φυσικής:

Όταν λέμε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, κυρίως εννοούμε την ενέργεια που διαδίδεται (ακτινοβολείται) με τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα, τα οποία με τη σειρά τους συνίστανται από ένα ηλεκτρικό πεδίο και ένα μαγνητικό πεδίο (ηλεκτρομαγνητικό πεδίο), τα οποία κινούνται ταυτόχρονα και κάθετα μεταξύ τους, από την πηγή που τα παρήγαγε προς κάθε κατεύθυνση στο χώρο και χωρίς να έχουν ανάγκη κάποιου μέσου διαδόσεως, όπως συμβαίνει π.χ. με τα ηχητικά κύματα.

 

Η ταχύτητα c δεν καθορίζεται από μία κίνηση, η οποία ξεκινάει από μηδενική ταχύτητα και με ένα ρυθμό επιτάχυνσης αλλά από την ελάχιστη χρονική καθυστέρηση που προκαλείται στη μεταβίβαση της ενέργειας που παρουσιάζεται από την αυξομείωση (διακύμανση, μεταβολή) μιας σταθερής ποσότητας και από τη σχέση αυτής της καθυστέρησης με την ποσότητα της ενέργειας που αυξομειώνεται (c = a T → T =λ f / a και Εmax = h / Tmin και Emin = h / Tmax ). Ο χρόνος που χρειάζεται η σταθερή ποσότητα ενέργειας για να επανέλθει σε κατάσταση ισορροπίας (και η καθυστέρηση) φυσικά εξαρτάται από την ποσότητα της ενέργειας που μεταβλήθηκε. Στην καθυστέρηση αυτή (που περιγράφουμε με το λεξιλόγιο της καθημερινής εμπειρίας), όπως το απέδειξε θεωρητικά ο Maxwell 1831-1879) εμπλέκονται η ηλεκτρική διαπερατότητα του κενού εο = 1/36 π x 109 = 8,854 x 10-12 Farad /m και η μαγνητική διαπερατότητα του κενού μο =x 10-7 Henry /m = 12,56636 x10-7 και η χαρακτηριστική αντίσταση zo που προκύπτει zo = √μο/εο ~376,7 Ωhm = μο c 120 π. Η ταχύτητα φωτός προκύπτει από τη σχέση c = 1/√μο εο ).

Αφού ο χρόνος που ακολουθούν τα κύματα μπορεί να μικραίνει ή να αυξάνει, ενώ η ταχύτητα παραμένει η ίδια (c), αυτό μαρτυράει ένα φαινόμενο μεταβολής που συμβαίνει πριν από την εμφάνιση ή την επανάληψη των κυμάτων μέσα στο χώρο (διαστάσεις επιτάχυνσης a και όπως φαίνεται κεντρομόλου επιτάχυνσης). Η διαφορά στο χρόνο που προκαλούνται και επαναλαμβάνονται τα κύματα παρουσιάζεται εκ των υστέρων μέσα στο χώρο με τη διαφορά στην απόσταση μεταξύ τους (μήκος λ). Στον ίδιο χρόνο μπορεί να αποσπάται και να μεταβιβάζεται περισσότερη ποσότητα ενέργειας και να διέρχονται περισσότερα κύματα, αλλά και στον ίδιο αυτό χρόνο επανέρχεται η ισορροπία (με την αναπλήρωση της αποσπασμένης ενέργειας). Η ταχύτητα λοιπόν προκύπτει από τη σχέση της ελάχιστης ποσότητας της ενέργειας που μεταβάλλεται και του χρόνου που επαναφέρεται η αρχική κατάσταση με την αναπλήρωση της ενέργειας που αποσπάστηκε ξανά κατά ελάχιστες ποσότητες (σχετικοί τύποι P = h fmin/Tmin = h fmax/Tmax). Γίνεται μία μεταβολή σε ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα Tmin και στο διάστημα αυτό η μεταβολή ακυρώνεται. Η επανάληψη της μεταβολής, η επέκταση του κύματος στο χώρο και η απομάκρυνση από το κέντρο που προκλήθηκε δεν είναι χρόνος που διατηρείται ή συνεχίζεται η ίδια αρχική κίνηση. Είναι συγχρόνως ο χρόνος που η μεταβολή αναιρείται, η ενέργεια αναπληρώνεται, η απόσταση αρχίζει εκ νέου και η επανάληψη της ίδιας μεταβολής και του ίδιου χρονικού διαστήματος. Τα κύματα της αυξημένης συχνότητας δεν μεταβιβάζονται πιο γρήγορα ούτε όμως φτάνουν (ακριβώς) ταυτόχρονα στο σημείο της μέτρησής τους. Ο χρόνος που ακολουθούν και η απόστασή τους έχουν καθοριστεί πριν από την απόκτηση της σταθερής ταχύτητάς τους (σε ιδιαίτερα μικρό χρονικό διάστημα και μήκος).

Η ταχύτητα Vc των φωτεινών κυμάτων όπως ειπώθηκε είναι μία σταθερά που προκύπτει από μεταβολές της ενέργειας, όπως και η σταθερά h. Η κυματική μεταβολή στην ενέργεια του χώρου, είπαμε, είναι αυξομείωση μίας ποσότητας, η οποία γίνεται στον ελάχιστο δυνατό χρόνο για την ελάχιστη ποσότητα και σε πολλαπλάσιο χρόνο για πολλαπλάσια ποσότητα αυξομείωσης. Στον τύπο P = h fmax/Tmax όσο αυξάνεται η συχνότητα f (αυξημένος αριθμός κυμάτων στη μονάδα του χρόνου) πρέπει να αυξάνεται και ο χρόνος T και αντιστρόφως (σταθερά fmax/Tmax = fmin/Tmin = f2 → V/ Tmax λmin = V/ Tmin λmax → V=λmin f2 Tmax = λmax f2 Tmin ). Η αυξημένη συχνότητα φαίνεται να συνδέεται με την αυξημένη ποσότητα ενέργειας (συσσωρευμένης ή αποκεντρωμένης) και με μεγαλύτερο χρόνο επαναφοράς στην κατάσταση ισορροπίας. Αντιθέτως, η χαμηλότερη συχνότητα συνδέεται με μικρότερη ποσότητα ενέργειας και με πιο μικρό χρόνο εξισορρόπισης της ενέργειας. Η ταχύτητα φωτός c δείχνει ένα ελάχιστο χρόνο στον οποίο μπορεί να μεταβιβάζεται η ενέργεια ανά ελάχιστη ποσότητα ή να καθυστερεί στη μεταβίβασή της και κατά συνέπεια μέχρι πόσο μπορεί να αυξομειώνεται η ποσότητά της στη μονάδα του χρόνου. Η συχνότητα f δείχνει πόσες φορές αποσπάστηκε ή μεταβιβάστηκε η ελάχιστη ποσότητα ενέργειας στη μονάδα του χρόνου. Στην πραγματικότητα, μεταβάλλεται πάντα η ίδια ποσότητα ενέργειας ανά μονάδα χρόνου. Εάν το γινόμενο hf άλλαζε και αυξανόταν η ενέργεια, ενώ ο χρόνος T στον παρανομαστή παρέμενε ο ίδιος, αυτό θα σήμαινε και μεταβολή της ισχύος και κατά συνέπεια της ταχύτητας των κυμάτων.
 

Ο ελάχιστος χρόνος Tmin είναι πάντα ο ίδιος και σε αυτό το χρόνο πάντοτε αναλογεί η ίδια ελάχιστη ποσότητα ενέργειας (αφού ο λόγος E / t = σταθερός). Ο χρόνος, όμως, μέχρι να επαναληφθεί το κύμα (ενδιάμεσος και σχετικός χρόνος tt, μεταξύ των κυμάτων) μπορεί να διαφέρει και να είναι μεγαλύτερος. Σε αυτή την περίπτωση, όταν ο χρόνος της επανάληψης μεγαλώνει, τότε ο αριθμός των κυμάτων είναι μικρότερος για μία σταθερή μονάδα του χρόνου, η συχνότητα μικρότερη και η απόσταση που απέχουν μέσα στο χώρο είναι μεγαλύτερη. Αντιθέτως, ο μέγιστος αριθμός των κυμάτων στη μονάδα του χρόνου (με την ελάχιστη χρονική διαφορά μεταξύ τους), μπορεί να υπάρξει μόνο στον ελάχιστο δυνατό χρόνο της επανάληψης tmin. Ο αριθμός των κυμάτων στη μονάδα του χρόνου είναι αντιστρόφως ανάλογος με το χρόνο της επανάληψης των κυμάτων, δηλαδή fmax = 1/ tmin και tmin = 1/fmax. Περισσότερα κύματα στη μονάδα του χρόνου, όταν ο χρόνος επανάληψης μικραίνει, λιγότερα όταν ο χρόνος επανάληψης μεγαλώνει.

Η αναπλήρωση και η μεταβίβαση της ελάχιστης ποσότητας ενέργειας (h 1Hz) γίνεται στο συντομότερο χρονικό διάστημα και στο διάστημα αυτό αναλογεί θεωρητικά ένα σταθερό ελάχιστο μήκος. Αφού η χρονική διαφορά που προκαλούνται τα κύματα εμφανίζεται μέσα στο χώρο σαν απόσταση λ μεταξύ τους, τότε το ελάχιστο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί για τη γρηγορότερη επανάληψή τους (στην πιο υψηλή συχνότητα, με το μέγιστο αριθμό κυμάτων που μπορούν να διέλθουν στη μονάδα του χρόνου) αντιστοιχεί στο ελάχιστο μήκος κύματος λmin της πιο υψηλής συχνότητας fmax.
 

Πόση είναι όμως η ελάχιστη απόσταση ( ή ακτίνα ) που έχει διανύσει το φως στον ελάχιστο χρόνο, πόσος είναι ο ελάχιστος χρόνος και ποια η ανώτερη συχνότητα fmax ; Ακόμα, ποια είναι η σχέση του ελάχιστου μήκους που διανύει το φως σε ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα, με το μήκος κύματος και ενδεχόμενα με το πλάτος του κύματος;

<·> Αν ο χρόνος και το μήκος δεν είχαν ένα όριο μέσα στη φύση, όπως το έχουμε συμπεράνει από την αρχική πρόταση της θεωρίας για ένα Ολοκληρωμένο και σταθερό Σύμπαν, αυτή η έλλειψη ορίου ειδικά για την κίνηση του φωτός θα σήμαινε: κάθε μικρότερο μήκος διανύεται σε ένα ανάλογα μικρότερο χρόνο και έτσι επ' άπειρο. Με άλλα λόγια, το μήκος 2,997924 x108 m διαιρεμένο άπειρες φορές διανύεται σε χρόνο 1 sec διαιρεμένο άπειρα. Ή αντίστροφα, για κάθε μικρότερο χρονικό διάστημα διανύεται ένα ανάλογο μικρότερο μήκος και έτσι επ' άπειρο. Δηλαδή, σε χρονικό διάστημα 1 sec διαιρεμένο όσες φορές θέλουμε διανύεται ένα ανάλογο μήκος... Αφού, όμως, υπάρχει ένα όριο ελάχιστου μήκους και ελάχιστου χρόνου, αυτό ειδικά για την κίνηση του φωτός σημαίνει ότι η ταχύτητα του φωτός δεν είναι η ίδια και σταθερή για όλα τα μήκη και για όλα τα χρονικά διαστήματα. Στα όρια ενός ελάχιστου ή ενός μέγιστου χρόνου και αντίστοιχα στα όρια ενός ελάχιστου ή ενός μέγιστου μήκους, η κίνηση του φωτός είναι επιταχυνόμενη ή επιβραδυνόμενη και δεν είναι εξ' αρχής με μια σταθερή ταχύτητα. Πόσο μήκος διανύεται στο ελάχιστο χρονικό διάστημα, με την ταχύτητα του φωτός; Σε πόσο χρόνο διανύεται το ελάχιστο μήκος με την ταχύτητα του φωτός; Διατηρείται η ομαλή αναλογία μεταξύ του μήκους που διανύεται και του χρόνου που περνάει και μέχρι που είναι το όριο που διατηρείται αυτή η αναλογία;

Γνωρίζουμε την ταχύτητα των κυμάτων από την απόσταση r που διανύουν (2,997924 x108 m) και ένα χρόνο t=1sec που χρειάζονται για την απόσταση r αυτή. Γνωρίζουμε και μία ελάχιστη ποσότητα ενέργειας (6,62606x10-34 x1Hz) που μεταβιβάζει το ηλεκτρομαγνητικό κύμα μέσα στο χώρο με τη χαμηλότερη συχνότητα. Η ελάχιστη ποσότητα Emin = h 1Hz μπορεί να θεωρηθεί σαν το φως (σαν ένα κύμα) στην ελάχιστη απόσταση, στον ελάχιστο χρόνο και με την ελάχιστη ποσότητα της ενέργειας. Το Emin= h 1Hz, το Emax=h fmax και η ταχύτητα φωτός c είναι τα σταθερά ακραία όρια στη μεταβολή της ενέργειας του χώρου, από τα οποία ανοίγονται οι πύλες για τη μαθηματική περιγραφή των φαινομένων και την απόδειξη όλων των θεωρητικών παρατηρήσεων που έχουμε κάνει με το κοινό λεξιλόγιο μέχρι τώρα.

... ... ...

 

 

 

Αν θεωρήσουμε σαν ελάχιστη ποσότητα χρόνου, το χρόνο Tmin στον οποίο το φως θα διένυε απόσταση ίση με μήκος h= 6,626026 x10-34 ή θα αποκτούσε την ελάχιστη ποσότητα της ενέργειας h▪ 1Hz τότε βρίσκουμε :

Tmin = h / c = 2,210216 x 10-42Tmin x c = h = Smin

Αν Tmin = 2,210216 x 10-42  τότε  fmax = 1/Tmin = 0,452444 x1042

Εδώ κάνουμε ένα παρόμοιο τρυκ, όπως όταν υποθέσουμε ότι η μάζα του ενός κιλού επιταχύνεται με δύναμη ίση με 1Newton και επιτάχυνση που προκύπτει με τις μάζες του ενός κιλού σε απόσταση ενός μέτρου (6,6725 x10-11 m/s2 από την τιμή της σταθεράς G) μέχρι να αποκτήσει τη μέγιστη ταχύτητα c και εξισώσουμε τη σταθερά G με κεντρομόλο επιτάχυνση (δηλαδή c / Tmax = G). Εδώ εξισώσαμε το h με ένα ελάχιστο μήκος. Το h είναι το c σε ελάχιστο χρόνο Tmin.

Παράδειγμα με το μήκος λ του ηλεκτρονίου: Σε πόσο χρόνο t το φως θα διένυε απόσταση μήκους λe = 0,24263 x10-11 m? Απάντηση: Χρόνος t= 1 x λe / c = 0,0809326 x10-19 sec = 1 / fe .

Η μέγιστη συχνότητα fc = 0,452444 x1042 στη μεταβίβαση και στην αύξηση της ενέργειας με την ποσότητα h προκύπτει και από άλλους συλλογισμούς όπως ο παρακάτω: Το σταθερό μήκος που περιέχεται στη σταθερή ταχύτητα του φωτός c είναι το μήκος S=2,997924 x108 m. Το μήκος αυτό δια το δίνει μία ακτίνα. Δηλαδή 2,997924 x108 m / 6,283185 = 0,4771344 x108 m. Αυτή η ακτίνα rc = 0,4771344 x108 m διαιρεμένη με την ακτίνα hbar μας δίνει λόγο 0,4771344 x108 / 1,0545715 x10-34 = 0,452444 x1042 .

Επίσης, με τη λογική ότι η ποσότητα h / 2π είναι στοιχειώδη ακτίνα r που όταν διαιρέσει τη μέγιστη ταχύτητα του φωτός c (c / hbar) μας δίνει αποτέλεσμα μία γωνιακή ταχύτητα ω. Η γωνιακή τχύτητα ω / 2π = συχνότητα f. Από τη λογική αυτής της παρατήρησης προκύπτει ξανά σαν μήκος κύματος λ η σταθερά δράσης h και σαν μέγιστη συχνότητα fmax = 0,452444 x1042 .

 

Η ίδια συχνότητα fmax = 0,452444 x1042 προκύπτει από τη μαγνητική διαπερατότητα μο =12,56636 x10-7 Henry /m και τη διηλεκτρική σταθερά εο= 8,854 x 10-12 Farad /m του κενού χώρου όταν θεωρήσουμε ότι η σταθερά του Πλανκ h συμπίπτει με ένα θεμελιώδες μήκος λ και εφαρμόζοντας τη σχέση Vc =1/ √μο εο  και το βασικό τύπο του συντονισμού στην ηλεκτροτεχνία T= 2π √L C:

μο h = 83,265508 x10-41 Henry

εο h = 58,667135 x 10-46 Farad

(83,26550 x10-41 ) (58,66713 x10-46 )=4884,95 x10-87 (Henry x Farad = sec2 )

4,88495 x10-84 = 2,2102 x 10-42 sec και 1/2,2102 x 10-42 = 0,45244 x1042 Hz

Για τον τύπο T= 2π √L C θεωρούμε ότι το μήκος h = hbar 2π

 

 

 

ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ

 

Απεριόριστη αύξηση της συχνότητας, θα σήμαινε ακόμα και άπειρη ποσότητα μεταβίβασης κυματικής ενέργειας στη μονάδα του χρόνου.

 


*

εο = 1/36 π x 109 = 8,85 x 10-12 Farad /m

μο = 4π x 10-7 Henry /m = 12,56636 x10-7

zo = √μοο ~376,7 Ωhm = μο c = 120 π

 

 

© copyright Κώστας Γ. Νικολουδάκης

Επιμέλεια-Σχεδίαση  2004 - 2016

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ                     http://www.kosmologia.gr                      ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

ΤΗΣ

 ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

 

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ SITE

clock

Καλύτερη εμφάνιση σε ανάλυση 1024x768px | οθόνη τουλάχιστον 17" | codepage windows-1253 (Greek) | IE v.6.0 +