*

Ο ΠΛΗΡΗΣ ΚΟΣΜΟΣ & Η ΥΛΗ  /  ΤΟ ΑΜΕΣΟ (ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΟ) ΣΥΝΟΛΟ & Η ΖΩΗ

Σκέψεις από την αρχή και για την αρχή...  Γη

***                                                                                 comet

* ΑΡΧΙΚΗ |     | ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ |     | ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΟΥ! |     | ΚΟΣΜΟΣ & ΖΩΗ |     | ΚΟΣΜΟΣ & ΥΛΗ

*

ΓΝΩΣΗ & ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ     |     ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΤΡΟΦΗ     |     ΑΝΘΡΩΠΟΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΑ     |     ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ

header message

ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΗ

 

 

Για σκεπτόμενους δημιουργικά!

 

ΕΠΑΝΩ • ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ 31

 

 

-30-

ΚΥΚΛΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ – ΠΛΗΡΕΣ & ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΟ ΣΥΜΠΑΝ
Θεωρία του τελειωμένου χρόνου και της σχετικότητας της ενέργειας
(Ενιαία θεωρία περί χρόνου, χώρου και ύλης)

Η ΑΜΕΣΗ ΣΧΕΣΗ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΜΕ ΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΟΜΑΓΝΗΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΜΕ ΤΑ ΣΤΑΣΙΜΑ ΚΥΜΑΤΑ

 

 

Είπαμε, η μεταβολή στην ποσότητα της ενέργειας του χώρου προκαλεί κυματικά φαινόμενα, διότι η μεταβίβαση της ενέργειας δεν γίνεται σε μηδενικό χρόνο και βρίσκει κάποια αντίσταση (όπως μία αρχική ώθηση σε μία στάσιμη ποσότητα νερού). Επειδή υπάρχει μία ελάχιστη ποσότητα χρόνου και όχι μηδενικός χρόνος, γι' αυτό και υπάρχει όριο στη μέγιστη συχνότητα μεταβίβασης της ενέργειας και στη μέγιστη ταχύτητα της κίνησης. Ο ρυθμός με τον οποίο μπορεί να αποσπαστεί, να ελαττωθεί, να συσσωρευτεί και να μεταβιβαστεί η ενέργεια δεν μπορεί να γίνει μεγαλύτερος από το μέγιστο ρυθμό που ο χώρος επανέρχεται και διατηρείται στην ισορ­ροπημένη κατάστασή του. Η ταχύτητα των ηλεκτρο­μαγνητικών κυμάτων (όπως των φωτεινών) καθορίζεται από την ποσότητα της ενέργειας που μπορεί να μεταβιβαστεί με τη μικρότερη αντίσταση ή καθυστέρηση του μέσου. Αυτή η ποσότητα ενέργειας είναι h/Tmin ενώ το μήκος προκύπτει από τη σχέση λmin = h / Mmax c και η ταχύτητα c=λmin/Tmin. Η αντίσταση ή καθυστέρηση ενός μέσου όπως είναι ο κενός χώρος, που δεν είναι με υλική (έμμεση) σύσταση, θα καθορίζεται οπωσδήποτε άμεσα από τη συνολική ποσότητα της διαθέσιμης ενέργειας που μπορεί να μεταβιβάσει και από το χρόνο που χρειάζεται μέχρι να επανέλθει η κατάσταση ισορροπίας. Αν δεν γινόταν καμία καθυστέρηση στη μεταβίβαση της ενέργειας και ο χώρος δεν προέβαλε καμία αντίσταση/­καθυστέρηση, τότε θα έπρεπε η μεταβολή που ξεκινάει και η μεταβίβαση της ενέργειας να γίνεται σε χρόνο μηδέν, χωρίς δημιουργία κυμάτων και χωρίς συχνότητα (t =0→ f =1/t ). Από την άλλη, αυτή η αντίσταση/­καθυ­στέρηση δεν είναι άπειρη. ’πειρη αντίσταση και καθυ­στέρηση θα σήμαιναν αδυνατότητα να γίνει η ελάχιστη μεταβολή στην ενέργεια του χώρου και να υπάρξει φαινόμενο κυματικό και μεταβίβαση ενέργειας με κύματα. Οποιαδήποτε αρχική μεταβολή στην ενέργεια του χώρου δεν θα μπορούσε να μεταβιβαστεί και θα παρέμενε σαν ένα στάσιμο κύμα και θα παραβιαζόταν η αρχή διατήρησης της ενέργειας.

 

 

Το 1820 ο Χανς Κρίστιαν Ερστεντ ανακάλυψε πως η βελόνη της πυξίδας προσανατολίζεται κάθετα σε ένα σύρμα που φέρει ισχυρό ηλεκτρικό ρεύμα. Με την ανακάλυψη αυτή φάνηκε η σχέση μεταξύ του ηλεκτρισμού και του μαγνητισμού.

Ο Faraday ανακάλυψε πειραματικά, ότι ένα κινούμενο ή μεταβαλλόμενο ηλεκτρικό πεδίο παράγει μαγνητικό πεδίο κι ένα κινούμενο ή μεταβαλ­λόμενο μαγνητικό πεδίο δημιουργεί ηλεκτρικό πεδίο. Τα δύο πεδία αποτελούν δύο διαφορετικές μορφές ενός πεδίου, του ηλεκτρο­μαγνητικού πεδίου.

Ο Maxwell μελέτησε τις ανακαλύψεις του Faraday θέλοντας να τις περιγράψει με πιο κατάλληλο μαθηματικό φορμαλισμό. Όταν διάφορα σώματα αλληλεπιδρούν μεταξύ τους μέσω ηλεκτρο­μαγνητικών δυνάμεων τότε μεταφέρεται ορμή και ενέργεια από το ένα στο άλλο μέσω των ηλεκτρο­μαγνητικών πεδίων. O Maxwell ανακάλυψε πως η μεταφορά ορμής κι ενέργειας μέσω ηλεκτρο­μαγνητικών πεδίων δεν είναι ακαριαία. Υπάρχει μια χρονική καθυστέρηση ίση προς το χρόνο που θα χρειαζόταν το φως για να περάσει από το ένα αντικείμενο στο άλλο! Η σύντομη αυτή καθυστέρηση είναι πολύ μικρή για να παρατηρηθεί στο εργαστήριο. Αυτή η καθυ­στέρηση απο­καλυπτόταν από τις μαθηματικές σχέσεις.

Η ανακάλυψη αυτή του Maxwell, οδήγησε στην άποψη ότι το φως θα μπορούσε να αποτελείται από ένα κινούμενο ηλεκτρικό και ένα μαγνητικό πεδίο κάθετα μεταξύ τους. Το κινούμενο ηλεκτρικό πεδίο δημιουργεί ένα μαγνητικό πεδίο και το κινούμενο μαγνητικό πεδίο ένα ηλεκτρικό. Τα πεδία αυξο­μειώνονται (ταλαντώνονται) κάθετα στη διεύθυνση κίνησης.

Αν τα δύο πεδία κινούνται με την ταχύτητα του φωτός τότε αλ­ληλο­συντηρούνται χωρίς να χρειάζεται εξωτερική πηγή. Το ηλεκτρικό και το μαγνητικό πεδίο του Faraday, μπορούσαν να έχουν ορμή και ενέργεια και να υπάρχουν ανεξάρτητα από τις πηγές τους.Το φως είναι ένας τέτοιος μετα­σχημα­τισμός πεδίων κατά ένα ιδιαίτερο επα­ναλαμ­βανόμενο τρόπο. Η ταχύτητα του φωτός στο κενό: 2,997924 x 1010 cm /sec ή 2,997 924x108 m/ sec.

 

Η ταχύτητα του φωτός θα ήταν μεγαλύτερη (και ο χρόνος της μεταβολής στην ενέργεια μικρότερος) εάν η συνολική ποσότητα του μέσου που διαταράζεται (του χώρου) παρουσίαζε μικρότερη αντίσταση ή καθυστέρηση στη μεταβίβαση της ενέργειας. Σε τελική ανάλυση θα ήταν διαφορετική η ταχύτητα του φωτός εάν ήταν διαφορετική η ποσότητα της ενέργειας του ισότροπου χώρου και συνεπώς διαφορετικός ο χρόνος που χρειάζεται για να επανέλθει στην αρχική κατάστασή του. Αν ήταν άλλη η ταχύτητα του φωτός, αυτό λοιπόν θα σήμαινε ένα μέσο μετάδοσης με διαφορετική ποσότητα, με διαφορετική ποσότητα μεταβίβασης της ενέργειας ανά μονάδα του χρόνου, με διαφορετικό χρονικό διάστημα στην ελάχιστη μεταβολή της ενέργειας και τότε θα ήταν διαφορετικό ακόμα και το μέγιστο μήκος της απομάκρυνσης, άρα και η καμπυλότητα του πεπερασμένου χώρου. Ο χώρος είναι "επιδεκτικός" σε ελάχιστη μεταβολή και παρουσιάζει ελάχιστη αντίσταση για να μη μεταβληθεί "ανεπανόρθωτα", όπως θα συνέβαινε σε ένα παρα­μορφωμένο υλικό πράγμα. Επιτρέπει τη μεταβολή και την αφήνει... να "εξαντληθεί" για να οδηγηθεί ξανά γρήγορα σε κατάσταση ισορροπίας. Σε κάποια αντίθεση με την αδράνεια, η οποία είναι η αντίσταση που προβάλλει η μάζα στη μεταβολή της κίνησής της και η ιδιότητά της να διατηρεί τη νέα ταχύτητά της (όσο δεν ασκούνται μη εξισορ­ροπημένες δυνάμεις), ο πεπερασμένος χώρος έχει την ιδιότητα να επανέρχεται αστραπιαία στην αρχική κατάσταση της ενεργειακής ισορροπίας και αυτό το επιτυγχάνει διότι εκ των προτέρων δεν βρίσκεται σε κατάσταση μηδενικής κίνησης/­μεταβολής, αλλά αντιθέτως βρίσκεται σε κατά­σταση ισορροπίας (σαν στάσιμα κύματα) με το μέγιστο ρυθμό απόκλισης και μεταβολής της ενέργειάς του.

Κύμα είναι η συσσώρευση (ή η ελάττωση) της ενέργειας κατά τη διατάραξη ενός μέσου όπου βρίσκεται σε μία σταθερή κατάσταση και έχει την τάση να επανέλθει στην αρχική κατάσταση ισορροπίας. Η διατάραξη της ισορροπίας προκαλεί σημεία συγκέντρωσης και σημεία ελάττωσης στην ποσότητα της ενέργειας που μεταβιβάζεται και την τάση επαναφοράς στην κατάσταση ισορ­ροπίας, με τη μεταβίβαση της ενέργειας από τα σημεία που υπάρχει πλεόνασμα στα σημεία όπου υπάρχει έλλειμμα ή συνθήκες για εξισορ­ρόπηση. Η ποσότητα της ενέργειας (πλάτος) που έχει συσσωρευτεί ή αντίστοιχα ελαττωθεί συμμετέχει στον καθορισμό της συχνότητας με την οποία εναλ­λάσσονται οι στιγμές συσσώρευσης-ελάττωσης, μέχρι την πλήρη αντιστάθμιση. Εάν, όμως, υπάρχουν οι συνθήκες που διατηρούν την απώλεια της ενέργειας (όπως μέσα στη δομή της ύλης), τότε η ενέργεια μετα­βιβάζεται διαρκώς για να αντι­σταθμίσει την απώλεια, χωρίς να το επιτυγχάνει. Το χρονικό διάστημα που η ενέργεια μεταβιβάζεται κατά κύματα μέχρι την επαναφορά σε κατάσταση ηρεμίας (η διάρκεια) δεν εξαρτάται μόνο από την ποσότητα της ενέργειας (πλάτος) που αντι­σταθμίζεται, αφού η μεταβίβαση μπορεί να διαρκεί, αλλά η ποσότητα ενέργειας που μετα­βιβάζεται να είναι διαφορετική.

Στην περίπτωση της κυματικής μεταβίβασης της ενέργειας μπορεί να συμβαίνει μία εξαίρεση, όταν τα κύματα παρου­σιάζονται στάσιμα. Αυτό το φαινόμενο μπορεί να συμβαίνει όχι εξ' αιτίας της ποσότητας της ενέργειας που έχει συγκεντρωθεί (όχι λόγω πλάτους), αλλά εξ' αιτίας της αδυναμίας να μεταβιβαστεί η ενέργεια των κυμάτων επ' άπειρο και του φαινομένου της "ανάκλασης" ή της επιστροφής της ενέργειας πίσω στην πηγή που προκάλεσε τα κύματα. Έτσι, τα κύματα που εξασθενούν απο­μακρυνόμενα, υπό ορισμένες συνθήκες επιστρέφουν την ενέργεια πίσω (σαν ανακλώμενη) και συναντούν τα κύματα που μεταβιβάζουν ενέργεια με την ίδια συχνότητα και τότε δημιουρ­γούνται οι στάσιμες καταστάσεις. Δηλαδή σημεία όπου η ενέργεια είναι σταθερά ελαττωμένη (αντίστοιχο φαινόμενο της κοιλίας) και σημεία όπου η ενέργεια είναι σταθερά συσσωρευμένη (φαινόμενο αντίστοιχο του όρους). Από αυτό το φαινόμενο των στάσιμων κυμάτων, λοιπόν, προέρχεται η αντίθεση που εμφανίζεται μέσα στους τύπους που δίνουν την ενέργεια (Ε = h c / λ , Ε = m c2 ) και στους τύπους που δίνουν τη μάζα (m = h / c λ, m = E / c2 ). Στην περίπτωση της ηλεκτρο­μαγνητικής ενέργειας (hf) έχουμε επα­ναφορά της κατάστασης ισορροπίας, επέκταση των σφαιρικών κυμάτων, προοδευτική εξασθένιση και "φυγή" από την πηγή, όπως εάν ο χώρος ήταν ένα τέλειο φορτίο, όπου απορροφάει όλη την ενέργεια που μεταβιβάζεται κατά κύματα (και μάλιστα σε ένα μεγάλο φάσμα συχνοτήτων). Η ενέργεια που έχει συσσωρευτεί στο κύμα λόγω αντίστασης και καθυστέρησης στη μετάδοσή της εκτονώνεται και αρχίζει να ελαττώνεται για να συσσωρευτεί σε πιο μεγάλη ακτίνα και έτσι προοδευτικά ελαττούμενη με το τετράγωνο της ακτίνας. Στην περίπτωση της μάζας, αυτό δεν συμβαίνει. Ο χώρος δεν συμπεριφέρεται όπως εάν ήταν ένα φορτίο που απορροφάει την ενέργεια (hf) που μεταβιβάζεται κυματικά. Ποιες είναι οι συνθήκες που προκαλούνται οι στάσιμες καταστάσεις και η επιστροφή της ενέργειας πίσω στην πηγή που προκαλεί τα κύματα; Στην περίπτωση που παρουσιάζονται σωματίδια και μικρο­ποσότητες μάζας, ο χώρος δεν παρουσιάζει την ελάχιστη αντίσταση και καθυστέρηση, η οποία θα επέτρεπε στα κύματα να μεταβιβάσουν την ενέργειά τους σαν ηλεκτρο­μαγνητικά, με την ταχύτητα του φωτός. Αντιθέτως, ο χώρος συμπεριφέρεται όπως ένα κακό φορτίο ή εμποδίζει τη μετάδοση της κυματικής ενέργειας, παρουσιάζει μεγαλύτερη αντίσταση και αναγκάζει την ενέργεια να πάλλεται σαν εγκλωβισμένη.

Από τη δομή της ύλης, όπου παρουσιάζεται σχετικά μικρός αριθμός σωματιδίων, φαίνεται ότι την παρουσία των στάσιμων κυματικών καταστάσεων ευνοούν συγκεκριμένες συχνότητες και συγκεκριμένα ποσά ελάττωσης της ενέργειας του χώρου. Σύμφωνα με τη φυσική ερμηνεία, όλα τα σωματίδια είναι γρήγορες μεταβολές που γίνονται στην ενέργεια του "κενού" και πεπερασμένου χώρου, δηλαδή μεταβολές και ανταλλαγές ενέργειας με την παρουσία μιας σταθερής και κοινής ποσότητας. Τα "σταθερά" σωματίδια σχετί­ζονται μεταξύ τους με δυναμικό τρόπο, διατηρούνται από τον τρόπο που συνδέονται μεταξύ τους και αποκτούν τις ιδιότητές τους. Το φαινόμενο των στάσιμων κυμάτων πλησιάζει και απο­σαφηνίζει αυτόν το δυναμικό τρόπο με τον οποίο διατηρείται η δομή της ύλης και καθοδηγεί τη σκέψη για την απο­τελεσματική διερεύνηση.

 

 

 

ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ

 

 

 

Σημαντικές πληροφορίες για τα στάσιμα κύματα: Όταν ένα οδεύων κύ΅α συναντηθεί με ένα άλλο κύ΅α που έχει ίσο πλάτος, αλλά αντίθετη διεύθυνση διάδοσης, τότε έχου΅ε συ΅βολή των δύο κυ΅άτων. Η συ΅βολή του προσπίπτοντος και του ανακλώ΅ενου κύ΅ατος δεν προκαλεί πάντοτε στάσι΅α κύ΅ατα. Για να δημιουργηθεί και να διατηρηθεί το στάσιμο κύμα θα πρέπει να γίνει κάποιος συγχρονισμός των ταλαντώσεων σε σχέση με την πηγή που τις προκαλεί . Η ανάκλαση του κύ΅ατος σε σταθερό ση΅είο, προκαλεί ΅εταβολή της φάσης του κύ΅ατος. Το στάσι΅ο κύ΅α έχει ορισ΅ένα ση΅εία τα οποία έχουν ΅ηδενικό (ή ελάχιστο) πλάτος ταλάντωσης και άλλα ση΅εία που έχουν ΅έγιστο πλάτος ταλάντωσης. Η θέση των ση΅είων αυτών δεν ΅εταβάλεται ΅ε τον χρόνο και για το λόγο αυτό τα κύ΅ατα που προκύπτουν λέγονται στάσι΅α. Π.χ. όταν πάλλεται μια χορδή, τα παραγόμενα κύματα οδεύουν και προς τις δύο κατευθύνσεις των άκρων της χορδής, όπου εκεί διακόπτονται και ανακλώνται προς το αρχικό σημείο ταλάντωσης και εκεί συναντιώνται. Το μέγιστο πλάτος ταλάντωσης είναι διπλάσιο από αυτό των αρχικών κυμάτων που συμβάλλουν. Τα σημεία τα οποία δεν ταλαντώνονται (όπως είναι τα άκρα της χορδής) ονομάζονται δεσμοί σε αντίθεση με τις λεγόμενες κοιλίες. Σ’ ένα στάσι΅ο κύ΅α, το ΅ήκος κύ΅ατος λ είναι η απόσταση ανά΅εσα σε δύο διαδοχικά ΅έγιστα ή δύο διαδοχικά ελάχιστα. Από τις γνωστές σχέσεις προκύπτει ότι το ΅ήκος κύ΅ατος του στάσι΅ου κύ΅ατος είναι το μισό των αρχικών κυμάτων, δηλαδή λ=λ/2.

 

Βασικές διαφορές των σσι΅ων από τα τρέχοντα κύ΅ατα:

α) Στα στάσι΅α κύ΅ατα, το πλάτος της ταλάντωσης των κυμάτων δεν είναι το ίδιο σε όλο το μήκος. Μεταβάλλεται από ΅ηδέν έως 2 φορές από το πλάτος των αρχικών κυμάτων που συμβάλλουν και εξαρτάται από τη θέση τους. Στα τρέχοντα κύ΅ατα όλα τα ΅όρια/­τμήματα ταλαντώνονται ΅ε το ίδιο πλάτος.

β) Στα στάσι΅α κύ΅ατα δεν γίνεται ΅εταφορά ενέργειας ενώ στα τρέχοντα μεταφέρεται.

γ) Στα στάσι΅α κύ΅ατα υπάρχουν ση΅εία που παρα΅ένουν ακίνητα ενώ σrα τρέχοντα κύ΅ατα όλα τα σημεία εκτελούν ταλάντωση.

δ) Στα στάσι΅α κύ΅ατα τα σημεία του "ελαστικoύ" ΅έσου περνούν ταυτόχρονα από τη θέση ισορροπίας τους ενώ στα τρέχοντα κύ΅ατα σε διαφορετικές χρονικές στιγ΅ές.

ε) Στα στάσι΅α κύ΅ατα δύο ση΅εία που απέχουν απόσταση ΅ικρότερη από λ/2 έχουν την ίδια φάση ΅εταξύ δύο δεσ΅ών ή διαφορά φάσης ίση ΅ε π εκατέρωθεν του δεσ΅ού, ενώ στα τρέχοντα κύ΅ατα δύο ση΅εία που απέχουν απόσταση ΅ικρότερη από λ έχουν διαφορά φάσης που κυ΅αίνεται από 0 έως 2π.

 

 

 

 


*

 

 

 

 

© copyright Κώστας Γ. Νικολουδάκης

Επιμέλεια-Σχεδίαση  2004 - 2016

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ                     http://www.kosmologia.gr                      ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

ΤΗΣ

 ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

 

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ SITE

clock

Καλύτερη εμφάνιση σε ανάλυση 1024x768px | οθόνη τουλάχιστον 17" | codepage windows-1253 (Greek) | IE v.6.0 +