«ΜΕΓΑΛΕΣ» ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ - ΣΥΝΤΟΜΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ !
(Πιο σύντομες... δεν γίνεται. Στη βάση της Θεωρίας του Τελειωμένου Χρόνου.
Για τον τίτλο της θεωρίας βλέπε
ΛΗΜΜΑ)
Η Θεωρία του Ταυτόχρονου Ολοκληρωμένου Σύμπαντος αφήνει να δοθούν απαντήσεις ακόμα και σε ερωτήματα, που θα μπορούσε να θέσει ένα μικρό παιδί. Σε ερωτήματα που μοιάζουν ανόητα και δεν μπορούσε κανένας να του απαντήσει. Υπάρχουν σαφείς και λογικές απαντήσεις και αυτό δείχνει ότι τα ερωτήματα δεν ήταν άστοχα.
-Χρειαζόταν να είναι το Σύμπαν τόσο πολύ μεγάλο, με αναρίθμητα αστέρια και γαλαξίες, που ξεπερνούν σε αριθμό τους κόκκους της άμμου των παραλιών της Γης;
Τι εξυπηρετεί να είναι τόσο μεγάλο ή και άπειρο; Αυτό το αφελές ερώτημα, η Θεωρία του Τελειωμένου Χρόνου το μεταβάλλει σε σύμμαχό της
και δίνει αναπάντεχα την εξήγηση. Οι τεράστιοι αριθμοί που περιγράφουν το Σύμπαν δείχνουν, ότι τα πράγματα πρέπει να γίνονται πολύ έμμεσα, προετοιμασμένα με «περιθώρια» διόρθωσης, «προσεκτικά» και με όλους τους δυνατούς τρόπους συνδυασμών, χωρίς να αποσταθεροποιείται το ταυτόχρονο Σύνολο. Όλα μπορούν να γίνουν και μάλιστα
όχι σαν τελείως άσχετα και τυχαία, αλλά με κάποια προκαθορισμένα όρια (εφόσον η ισορροπία του Συνόλου είναι αδιατάρακτη). Για να μπορούν όλα να γίνουν χρειάζεται πολύς χρόνος και λεπτομέρεια, επομένως και πολύς χώρος, αποστάσεις, ενέργεια και ύλη.
Η απάντηση θα είναι ακριβέστερη αν πούμε: Αφού το Σύμπαν υπάρχει όλο μέσα στα όρια ενός μέγιστου χρόνου και σαν ταυτόχρονο, άρα τα πράγματα για να υπάρχουν σαν ετερόχρονα (μέσα στο χρόνο, σαν ξεχωριστά και όχι στατικά) πρέπει να γίνονται και να εξελίσσονται, σε τόσο χρόνο και χώρο, ώστε να μπορούν να υπάρξουν σαν ξεχωριστά
και να γίνονται, χωρίς να υπάρχουν όλα στην ίδια στιγμή με όλα τα άλλα.
-Το Σύνολο των πραγμάτων σαν ενιαίο, το Σύμπαν, έχει αρχή ύπαρξης; Έως τώρα, απάντηση διχασμένη, σαν αλληλοανατρεπόμενη, αναγωγή στην άγνοια με τη μετάθεση του προβλήματος σε φανταστικές υπάρξεις, αδιέξοδα και μετάθεση της πρώτης αιτίας έξω από τα πράγματα ή σε ορισμένα μόνο μέρη τους. Εμείς
απαντήσαμε: Το Σύμπαν δεν άρχισε να υπάρχει. Η αρχή του δεν είναι έξω του. Το Σύμπαν δεν είναι μόνο στο δικό μας παρόν και αυτό είναι πάντοτε το ίδιο στο σύνολο των στιγμών του, μαζί με όλες τις αλλαγές του, σαν τελειωμένος Χρόνος. Το Σύμπαν δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την ύλη ούτε η ύλη χωρίς το Σύμπαν, διότι αυτή αποτελεί τη σχετική έναρξη
του χρόνου για την αλλαγή μέσα στο Σύμπαν και δίνει νόημα στην ενέργεια, αφού δεν θα υπήρχε εάν δεν ελαττωνόταν έτσι σχετικά με την παρουσία της ύλης.
-Εάν το Σύμπαν έχει μία αρχή ύπαρξης, τότε πως, πότε και γιατί αυτή ξεκίνησε; Χιλιάδες φιλοσοφικές θεωρίες, επανάπαυση σε θρησκευτικές προκαταλήψεις και ανόητος περιορισμός της έννοιας του Σύμπαντος από την επιστήμη για τη διάσωση των μαθηματικών τύπων της. Για εμάς, τα ερωτήματα πως, πότε και γιατί
άρχισε το Σύμπαν να υπάρχει, αυτοανατρέπονται και έχουν νόημα σχετικό. Έχουν νόημα μόνο για την ύπαρξη των μερών, τα οποία σε σχέση με το εξωτερικό τους δεν έχουν μια σταθερή πρώτη αρχή. Η κοινή πραγματικότητα ανέκαθεν συνεχίζει να γίνεται έμμεσα και εξωτερικά σε σχετικά μικρότερες στιγμές, ενώ αυτή σα σύνολο
είναι ανέκαθεν τελειοποιημένη μέσα στα σταθερά όρια μιας ευρύτερης στιγμής. Η επαρκής αιτία των περιορισμένων πραγμάτων δε λείπει και δεν μπορεί να είναι άλλη από το κοινό και άμεσο Σύνολό τους. Μπορούμε να δούμε τον κόσμο με δύο αντίθετους τρόπους: σε εξέλιξη ή σταθερό. Σαν αφηρημένη, εξωκαθορισμένη και
τυχαία υλική ύπαρξη ή σαν συνολική ποιότητα άμεσα και αυτοτελώς καθορισμένη από τον εαυτό της. Είναι και οι δύο αληθινοί.
-Γιατί ο χρόνος είναι σχετικός και τι
πρέπει να εννοούμε; Ακατάληπτο για τον μη ειδικό, άγνωστο για τη φυσική. Στο βάθος, με αυτό το ερώτημα επαναλαμβάνουμε την φιλοσοφική απορία για τη σχέση της ενότητας με την πολλαπλότητα και ζητάμε να μας εξηγήσουν γιατί υπάρχει ροή χρόνου. Ο χρόνος είναι σχετικός γιατί το Σύνολο
των πραγμάτων Είναι ταυτοχρόνως. Συνεπώς, τα πράγματα υπάρχουν σαν μέρη-στιγμές ενός ευρύτερου Χρόνου-Παρόντος, που αποτελεί το 100% σύνολό τους. Τα ίδια τα πράγματα είναι τρόποι αλληλεπίδρασης και διασύνδεσης σε ευρύτερους χρόνους, με αρχικούς τρόπους τους υλικούς φορείς.
Μία από τις απορίες που γεννιέται στη σκέψη ενός άσχετου, εκφράζεται με το ερώτημα, πως από μία τέτοια δυναμική δομή της ύλης, όπου αναρίθμητα μικροσκοπικά άτομα συνδέονται και μάλιστα με τη μεσολάβηση των αεικίνητων ηλεκτρονίων, πως τελικά διαμορφώνονται πράγματα που μας φαίνονται κάπως σταθερά. Πως μικροσκοπικές ποσότητες
που κινούνται ασταμάτητα και ανταλλάσσουν ενέργεια, ή κυματικές κινήσεις καταφέρνουν και αποκτούν μια πιο σύνθετη και σταθερή μορφή. Την ίδια αφελή απορία προκαλεί η σκέψη, ότι ζούμε επάνω σε ένα πλανήτη που αυτοπεριστρέφεται και περιφέρεται γύρω από τον ήλιο και όλα μαζί πάλι κινούνται μέσα στο γαλαξία. Εάν τα κινούμενα φαίνονται σαν ακίνητα
ή με πολύ αργό ρυθμό μεταβαλλόμενα τότε μην μας παραξενεύει ότι το Σύμπαν στο σύνολό του είναι αμετάβλητο αλλά σε εμάς φαίνεται αντιθέτως.
Με άλλα λόγια, θα είχαμε ρωτήσει: Γιατί υπάρχει η αστάθεια, η αλλαγή, η διαφορά και γιατί όλα έχουν μία αρχή και ένα τέλος; Αδιανόητο το ερώτημα και όχι απλώς αναπάντητο! Υπάρχει αστάθεια, αλλαγή και διαφορά, παρά το ατελείωτο παρελθόν τους, γιατί η πολλαπλότητα και η ύπαρξη των μερών προϋποθέτουν
να μην είναι όλα τα πράγματα και με όλους τους δυνατούς τρόπους αλληλεπίδρασης στην ίδια εξωτερική στιγμή. Δεν είναι όλα και με όλους τους δυνατούς τρόπους, διότι τα λεγόμενα πράγματα εξ’ αρχής είναι τρόποι, με τους οποίους το Σύμπαν γίνεται σχετικά, έμμεσα και εξωτερικά στις μικρότερες στιγμές του (δηλ. γίνονται με υλικούς τρόπους, σε κάποια
απόσταση και μετά από κάποιο χρόνο αλληλεπίδρασης). Ενώ στο σύνολο του χρόνου το Σύμπαν είναι άμεσα, αμετάβλητο και δεν αλληλεπιδράει με κανένα τρόπο.
Γι’ αυτό και τα πράγματα δεν είναι χωρίς καμία σταθερότητα ή τελείως διαφορετικά. Όλα έχουν μία αρχή και ένα τέλος σε σχέση με τα πράγματα των άλλων εξωτερικών στιγμών και δεν είναι με απεριόριστες δυνατότητες, όπως δεν είναι το τελειωμένο Σύνολό τους.
-Τι είναι η ύλη και ποια η σχέση της με τη σύνθεση,
με την ουσία και με το Σύμπαν; Πως δημιουργούνται τα πράγματα από τα
απλούστερα στοιχεία; Ένα από τα πιο μεγάλα φιλοσοφικά ζητήματα, με μεγάλες και εκπληκτικές αντιπαραθέσεις, με απρόσμενες και συνταρακτικές ανακαλύψεις. Η έννοια της ύλης δεν έπαψε να είναι στην επιστήμη αναιτιολόγητα ορισμένη
και διαστρεβλωμένη. Η ύλη είναι οι αρχικοί τρόποι με τους οποίους το Σύμπαν γίνεται σχετικά έμμεσα και εξωτερικά στις ευρύτερες εξωτερικές στιγμές του (οι ελάχιστες στιγμές του σταθερού ευρύτερου παρόντος). Είναι η σχετική πρώτη πραγματικότητα μέσα στο τελειωμένο σύνολό της, έξω από το οποίο δεν θα υπήρχε. Αυτοί οι αρχικοί τρόποι αποτελούν
τους φορείς της έμμεσης και εξωτερικής ύπαρξης, με άλλα λόγια τους φορείς των δυνατοτήτων για να υπάρχουν πιο πολύπλοκα πράγματα σε ευρύτερους χρόνους αλληλεπίδρασης. Έξω από μία προηγούμενη και άμεσα τελειωμένη πραγματικότητα, τα υλικά στοιχεία θα αλληλεπιδρούσαν τελείως απροσδιόριστα, μόνο εξωκαθορισμένα, χωρίς να μπορούν να συνδυαστούν
με σταθερούς τρόπους και να δημιουργήσουν πιο σύνθετες ποιότητες. Τα ίδια θα ήταν τελείως ασταθή και χωρίς προκαθορισμένες δυνατότητες στον τρόπο δράσης και αντίδρασής τους.
Η αποκάλυψη του ρόλου της ύλης για τα
σύνθετα πράγματα και η παρατήρηση, πως αυτή χρειάζεται να
υπάρχει σε ένα Σύμπαν ολοκληρωμένο μέσα στο διάστημα
μιας Μέγιστης Περιόδου, μπορεί να γίνει από τις πιο απλές
σκέψεις του κόσμου, από την αρχική (φιλοσοφική) ανάλυση των
γενικών εννοιών. Κάθε πράγμα σαν μέρος ενός κοινού συνόλου εξαρτάται πιο έμμεσα από τα υπόλοιπα, ανεξάρτητα από τη θέση και τη στιγμή που υπάρχει. Τα πράγματα συνυπάρχουν
μέσα στα όρια μίας κοινής συνολικής στιγμής και δεν υπάρχουν έμμεσοι επηρεασμοί, που να γίνονται ύστερα από ατελείωτο
χρόνο. Ο πιο έμμεσος τρόπος, με τον οποίο συνδέονται και επηρεάζονται τα πράγματα, πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί ανέκαθεν, να είναι ο ίδιος για κάθε πράγμα και τα αποτελέσματά του κάπως να παραμένουν. Αυτά τα πιο έμμεσα
αποτελέσματα αποτελούν τους σταθεροποιημένους τρόπους επηρεασμού, που ονομάζουμε ύλη. Θα ήταν αδύνατο ν’ αλληλοεπηρεάζεται ένα πράγμα πιο άμεσα με τα άλλα, εάν εκείνα τα άλλα δεν είχαν στην ποιότητά τους τα ίδια στοιχεία που περιέχει και αυτό. Περιέχουν στοιχεία κοινά, γιατί όλα τα πράγματα είναι επηρεασμένα (ή διαμορφωμένα) από τον ίδιο πιο
έμμεσο τρόπο (μέσα στα όρια ενός και του αυτού Χρόνου). Δυο πράγματα που συνδέονται με πιο άμεσους τρόπους είναι αλληλοεπηρεασμένα εκ των προτέρων με τον πιο έμμεσο τρόπο. Αυτές οι πιο έμμεσες σχέσεις τους είναι πραγματοποιημένες με την ύπαρξη των κοινών υλικών στοιχείων στην ποιότητά τους. Εκπληκτικό, ότι μπορούσε κάποιος να μιλήσει για
την ύλη με περισσότερη ευστοχία από μερικούς αιώνες πριν!
Μετά από την ανάπτυξη του συλλογισμού -εισάγοντας την έννοια της ευρύτερης Συμπαντικής στιγμής- η ύλη προσδιορίστηκε σαν ένας αριθμός φορέων
ελάχιστης αλληλεπίδρασης (οι ελάχιστες στιγμές της) και νοήθηκε καθαρά η άμεση σχέση της με το χρόνο
και τη περιοδική μεταβολή.
-Γιατί όλα τα πράγματα αλληλοσχετίζονται, έχουν κοινά στοιχεία στο χώρο και στο χρόνο και εξελίσσονται; Συνδέονται, έχουν κοινά στοιχεία και εξελίσσονται, γιατί προσδιορίζονται από το εξωτερικό τους μόνο κατά ένα μέρος. Δεν προσδιορίζονται μόνο έμμεσα και τυχαία. Όλα αρχίζουν να υπάρχουν σαν μέρη
του ίδιου ευρύτερου Σύμπαντος και στην ουσία δεν διαφέρουν, παρά μόνο στον τρόπο και στο χρόνο με τον οποίο αυτά γίνονται. Οι δυνατότητες των υλικών στοιχείων, ο αριθμός τους και η δυνατότητα συνδυασμού και σύνθεσής τους είναι προκαθορισμένα για όλα τα πράγματα από το Κοινό Σύνολό τους. Αυτό το τελευταίο αποτελεί την προηγούμενη ενιαία
αρχή για όσα μπορούν να συμβούν πιο έμμεσα και τυχαία (στην πορεία του εξωτερικού χρόνου). Η συνθετότητα στις υλικές-έμμεσες αλληλεπιδράσεις προϋποθέτει αλληλεπίδραση των υλικών φορέων με πιο άμεσο τρόπο. Προϋποθέτει σταθερότητα στη δραστηριότητα, συνεπίδραση σε κοινή στιγμή και η δυνατότητα αυτή δεν εξαρτάται μόνο από το εξωτερικό περιβάλλον
και από μεμονωμένες στιγμές επίδρασης των εξωτερικών πραγμάτων.
-Γιατί τα μαθηματικά μπορούν να εφαρμόζονται με επιτυχία στα πράγματα, να εκφράζουν σχέσεις αναλογίας και να υπολογίζουν με τύπους τις μεταβολές, τα μεγέθη και τις ποσότητες;
Η μοναδική φυσική ερμηνεία που μπορεί να απαντήσει σε αυτή τη
δυνατότητα της ανθρώπινης λογικής χρειάζεται την αρχική παραδοχή/αξίωμα/υπόθεση
για ένα Σύμπαν πλήρες και πάντοτε το ίδιο εντός των ορίων μιας μέγιστης χρονικής
περιόδου. Ένα τέτοιο Σύμπαν, το οποίο σύμφωνα με την αρχική παραδοχή, δεν μπορεί
να γίνει διαφορετικό, τη στιγμή που παρατηρούμε γύρω μας ένα ανεξάντλητο πλήθος
επιμέρους πραγμάτων να μεταβάλλονται, αυτή η σταθερότητα του κοινού Συνόλου θα
ήταν ατυχές, αν όχι ανόητο, να θεωρηθεί τυχαία. Για να είναι το Σύμπαν πάντοτε
το ίδιο και στο ίδιο χρονικό διάστημα μιας μέγιστης περιόδου, πρέπει όλα τα
επιμέρους πράγματα με τις κινήσεις τους, να γίνονται με καθορισμένα όρια και όχι
απεριόριστα και με τους τρόπους εκείνους που εξασφαλίζουν την "παγκόσμια
ισορροπία".
Από τα πρώτα συμπεράσματα που προκύπτουν σύμφωνα με την
αρχική παραδοχή, είναι η ανάγκη να διακόπτεται η συνέχεια της ύπαρξης των
πραγμάτων για να μην υπάρχει άπειρος αριθμός πραγμάτων. Σε λίγες σειρές
συλλογισμών, από την ίδια αρχική παραδοχή προκύπτει η διακοπή της συνέχειας
ακόμα και στα "ζωντανά" πράγματα και τότε τη διακοπή αυτή την μετονομάζουμε σε
"θάνατο"! Γενικότερα, προκύπτει αμέσως η ύπαρξη ορίων σε πλήθος άλλων
περιπτώσεων, όπως στον πιο έμμεσο τρόπο αλληλεπίδρασης μεταξύ των πραγμάτων,
στον αριθμό των πραγμάτων, στη διαίρεση του χρόνου και στη διαίρεση των
πραγμάτων. Επίσης, έτσι θεωρητικά, μέσα από τους πρώτους συλλογισμούς προκύπτει
η σχέση της αφηρημένης "αρχής διατήρησης της ενέργειας" με τη σταθερότητα του
ολοκληρωμένου Σύμπαντος. Όλα τα επιμέρους πράγματα με όλες τις διαφορές τους,
υπάρχουν και γίνονται ανάμεσα στα χρονικά όρια ενός μέγιστου Συνολικού Χρόνου
(στον οποίο Υπάρχει όλο το Σύμπαν) και ενός ελάχιστου δυνατού χρόνου (στον οποίο
υπάρχει το "ελάχιστο" του Σύμπαντος). Τα υλικά πράγματα, όπως και να συνδεθούν,
με οποιοδήποτε τρόπο, σε οποιοδήποτε χώρο και χρόνο, θα υπάρχουν και θα γίνονται
με προκαθορισμένα χρονικά και χωρικά όρια και με τις σταθερές προδιαγραφές μίας
κοινής πραγματικότητας για όλα. Η ύπαρξη μίας κοινής και σταθερής ενεργειακής
ποσότητας (του πεπερασμένου χώρου), η σχέση της με το χρόνο, που αυτή
μεταβιβάζεται κατά κύματα και κατά ελάχιστες ποσότητες και υπό τις συνθήκες που
διατηρείται η δομή της ύλης σαν στάσιμη κυματική κατάσταση, μας επιτρέπουν να
περιγράφουμε το πλήθος των διαφορετικών πραγμάτων με ποσοτικές σχέσεις, όπως
και με γενικές έννοιες.
Επειδή προκύπτει, ότι τα δομικά στοιχεία των πραγμάτων, η
λεγόμενη ύλη, είναι ταχύτατες μεταβολές σε ιδιαίτερα μικρά χρονικά διαστήματα
και στοιχειώδεις ανταλλαγές ενέργειας (ταλαντώσεις και περιοδικές μεταβολές), ή
τρόποι που γίνονται σε μια κοινή ουσία όπως θα έλεγε ο Σπινόζα, γι' αυτό τα όρια
που προκύπτουν για το χρόνο (ελάχιστο και μέγιστο χρονικό διάστημα) πρέπει να
εφαρμόζονται και στις υλικές διαδικασίες. Επομένως, τα χρονικά αυτά όρια της
ελάχιστης και της μέγιστης χρονικής περιόδου του Σύμπαντος επιβάλλουν όρια και
κυκλικές διαδικασίες (πολλαπλάσιες ή υποπολλαπλάσιες στιγμές, αυξομειώσεις,
ελάχιστες και μέγιστες τιμές, συχνότητα, αναστροφή, μέσες τιμές, καθετότητα,
διακοπή, αναίρεση) για τη διατήρηση και την επαναφορά των ορίων στην κίνηση και
στην ενέργεια. Τα όρια εξ΄ αρχής διέπουν, αντιστοιχούν και επιβάλλονται στην
ενέργεια, στο μήκος, στη μεταβολή της ενέργειας και της ύλης, στο συγχρονισμό
και στη δημιουργία των πραγμάτων, τα οποία εμφανίζονται να δημιουργούνται μόνο
σαν εξωτερικά και τυχαία, ενώ οι όροι της δημιουργίας τους επιβάλλονται
"εσωτερικά" από την ίδια την ουσία τους. Η κοινή ουσία με την οποία υπάρχουν οι
δομικοί λίθοι του κόσμου και η ισότροπη παρουσία του πεπερασμένου χώρου (ο
οποίος υπάρχει δυναμικά και άμεσα συνδεδεμένος με τα δομικά στοιχεία) "εσαναγκάζει"
εκ των προτέρων τα υλικά σε ορισμένους συνδυασμούς, με σχέσεις αναλογίας,
επανάληψης με ενδιάμεσα όρια και δεν επιτρέπουν την "ανεξέλεγκτη" σύνδεση,
αλληλεπίδραση και μεταβολή τους μέσα στο χώρο και στο χρόνο.
Με την εισαγωγή των πληροφοριών και των όρων της φυσικής,
γίνεται πιο φανερός ο καθοριστικός ρόλος της ύπαρξης σταθερών ορίων στις
μεταβολές και της σταθερότητας ενός ολοκληρωμένου Σύμπαντος. Για να είναι το
Σύμπαν πάντοτε το ίδιο και στο ίδιο χρονικό διάστημα μιας μέγιστης περιόδου και
για να έχει νόημα η αρχή διατηρήσεως της ενέργειας, πρέπει όλα τα
επιμέρους πράγματα με τις κινήσεις τους να γίνονται: με ελάχιστα min και με
μέγιστα max όρια, στο χρόνο t και Τ, στο μήκος l και λ, στην ταχύτητα V, στη
συχνότητα f, στο ρυθμό μεταβολής της ταχύτητας ±a, στην αύξηση της μάζας M, στη
μεταβίβαση της ενέργειας hf, στο μέγεθος της δύναμης F. Ακόμα, τα επιμέρους
πράγματα πρέπει να γίνονται συγχρονισμένα με την ταυτόχρονη δυναμική συμμετοχή
του Κοινού Συνόλου τους και από την πλησιέστερη απόστασή του, που σε εμάς
φαίνεται από μακριά σαν απουσία του κενού χώρου, ενώ από πολύ κοντά σαν πυρηνική
δύναμη.
-Τι είναι ο χώρος και γιατί σχετίζεται άμεσα με
τα πράγματα και με το χρόνο; Μία απλή έννοια, όπως ο χώρος, στη φυσική ανακαλύπτουν τη φαινομενικότητα της απλότητάς του. Ωστόσο αδυνατούν να εξηγήσουν την ύπαρξή του, τη σχέση του με την ύλη και κατά συνέπεια να καθορίσουν ακριβώς την έννοιά του. Ο χώρος είναι
η σχετική δυνατότητα να αλληλεπιδράσουν πιο άμεσα και με πολλούς τρόπους στην ίδια στιγμή, τα έμμεσα και εξωτερικά (με υλικούς φορείς) μέρη. Ο χώρος είναι ο σχετικός δυνατός χρόνος ν’ αλληλεπιδράσουν και να διαμορφώσουν ποιότητες τα υλικά στοιχεία. Αυτός επιτρέπει να εξωτερικευτούν έτσι σχετικά και έμμεσα, όσα υπάρχουν ανέκαθεν με ταυτόχρονο
και άμεσο τρόπο. Εάν το Σύμπαν δεν υπήρχε ταυτόχρονα σε πολλές υποστιγμές ή δεν ήταν τελειωμένο πριν από τη στιγμή, που ακόμα γίνεται ως προς εμάς, τότε δε θα υπήρχε χώρος.
Ας μας επιτραπεί να πούμε, ο χώρος σαν αφηρημένη ποιότητα, σαν πραγματικότητα χωρίς ποιότητα είναι η συνολική ενέργεια και το μέγιστο χρονικό όριο που μπορούν να γίνουν όλες οι αλληλεπιδράσεις με τους υλικούς φορείς (της εξωτερίκευσής της). Δεν είναι τα έμμεσα-υλικά πράγματα
που καθορίζουν τη μορφή και τα όριά του. Αντιθέτως, το Σύμπαν στο σύνολό του χρόνου υπάρχει σχετικά σαν χώρος και σαν ενέργεια για όσα μπορούν να συμβούν με τους υλικούς φορείς και προκαθορίζει τα όρια στις αλληλεπιδράσεις τους. Η ταυτόχρονη ενέργεια του χώρου και του Σύμπαντος και τα μέγιστα χρονικά όρια (στα οποία αυτό είναι όλο), προκαθορίζουν
το συνολικό αριθμό των υλικών φορέων και το μέγιστο και το ελάχιστο χρόνο, που μπορούν αυτοί οι υλικοί φορείς να αλληλεπιδράσουν. Αυτό το ενεργειακό και χρονικό όριο, το οποίο είναι κοινό για όλα τα υλικά πράγματα (και η ενότητα που επιβάλλει σαν ουσία στο σύνολο των υλικών φορέων) σχετίζεται με αυτό το φαινόμενο, το
οποίο ονομάστηκε από την εμπειρία «βαρύτητα».
Ο χώρος σαν συνολική και κοινή ενέργεια του σταθεροποιημένου Σύμπαντος, που προκαθορίζει τα δυνατά όρια στην ενέργεια και στο χρόνο αλληλεπίδρασης όλων των υλικών φορέων δεν είναι απεριόριστος. Αυτός ο περιορισμός του σημαίνει όχι απεριόριστη απομάκρυνση, όχι ατελείωτη ευθεία
απόσταση, κανένα ξεχωριστό σημείο και σφαιρικότητα. Απεριόριστη απομάκρυνση θα σήμαινε απεριόριστος τρόπος δράσης, απεριόριστη ενέργεια και απεριόριστος χρόνος αλληλεπίδρασης. Ο χώρος είναι η έννοια-κλειδί για την επεξήγηση της σχετικότητας του χρόνου και της δυνατότητας να υπάρχουν τα πράγματα με τους υλικούς φορείς.
-Γιατί η μετακίνηση δεν είναι δυνατή πέρα από ένα όριο χρόνου και γιατί
η ύλη είναι μία δραστήρια ουσία σαν μία άλλη μορφή της ενέργειας; Δύο φημισμένες μαθηματικές εξισώσεις του Alb. Einstein αποκάλυψαν με εκπληκτικό τρόπο, πως η ύλη και η ενέργεια δεν είναι αντίθετες
ή διαφορετικές ουσίες και πως σαν δύο μορφές της ίδιας ουσίας μπορούν να γίνονται η μία από την άλλη. Η εξωτερική προσέγγιση στην άμεση σχέση τους, μέσα από εμπειρικές διαπιστώσεις που δημιουργούν απορίες, δεν επέτρεψαν τον ακριβή ορισμό των εννοιών τους. Παρέμειναν διαστρεβλωμένες, η σχέση τους αναιτιολόγητη και έκαναν παρεξηγήσιμες τις μαθηματικές
διατυπώσεις των σχέσεών τους.
Η ίδια η ύλη είναι τρόποι αλληλεπίδρασης και ροή ενέργειας σε πολύ μικρό χρόνο. Η ενέργεια δεν είναι μόνο εξωτερική μετακίνηση, περαστική μεταβίβαση και ασταθής. Τα υλικά στοιχεία είναι ροή ενέργειας με σταθεροποιημένο τρόπο. Ο τρόπος ν’ αλλάξουν θέση τα πράγματα μέσα στο χώρο επηρεάζει τον τρόπο και το χρόνο της ύλης τους. Πέρα από ένα όριο μεταβολής ή μεταβίβασης ενέργειας, η ύλη και οι συνδυασμοί της αποσταθεροποιούνται. Οι σχέσεις και οι αλληλεπιδράσεις των υλικών πραγμάτων μέσα στο χρόνο είναι ξανά τα πράγματα, όταν αυτά θεωρηθούν στο σύνολο του χρόνου (σαν έξω από το χρόνο). Οι
σχέσεις και οι αλληλεπιδράσεις τους «υλοποιούνται» και γίνονται άλλα πράγματα και τα τελευταία «ενεργούν» και δημιουργούν τα πρώτα.
-Γιατί η ύλη δεν διαιρείται ατελείωτα σαν ποσότητα ή χωρίς να μετατραπεί η ποιότητά της; Η ύλη δεν είναι μέσα στο χώρο σαν κάτι εξωτερικό ή σαν μία αρχική αυτο-προσδιορισμένη ουσία. Είναι τροποποίηση στη σχετική ενέργεια του χώρου, μία μεταβολή στη ροή ενέργειας, μία ελάχιστη στιγμή στην ταυτόχρονη
πραγματικότητα σε σχέση με τα άλλα υλικά-έμμεσα μέρη. Η διαίρεσή της ύλης δεν επηρεάζει μόνο τους εξωτερικούς τρόπους αλληλεπίδρασης και τα μικρότερα μέρη της. Επηρεάζει το χρόνο ροής ενέργειας στον οποίο γίνεται και διασυνδέεται αυτή η ίδια η ύλη. Δηλαδή τον τρόπο και τη στιγμή που ρέει η ενέργεια του «ταυτόχρονου» χώρου. Οι υλικοί φορείς είναι στιγμές στη μεταβολή της ενέργειας, δηλαδή στιγμές που αρχίζει και τελειώνει και κατά συνέπεια στιγμές, που η ενέργεια ελαττώνεται και ξανά αντισταθμίζεται στον ελάχιστο χρόνο.
-Γιατί διαπιστώνουμε φαινόμενα κυκλικότητας, περιοδικότητας, ομοιότητας και σταθερότητας στο χώρο και στο χρόνο, παρά τις διαφορές τους; Για την επιστήμη είναι αυτονόητο και άτοπο να το ρωτάμε. Αν και αυτή η εξωτερική «αντανάκλαση» της συνολικής σταθερότητας και της αμεσότητας είναι η προϋπόθεση
της ύπαρξής της. Τα πράγματα συνδέονται με πιο άμεσους τρόπους, αποτελούν στιγμές εξωτερικές μέσα σε ένα κοινό Συνολικό Χρόνο, έχουν όρια αρχής-τέλους, ξεκινούν με τις ίδιες ελάχιστες αλληλεπιδράσεις των υλικών φορέων, δεν γίνονται με απροκαθόριστες δυνατότητες και δεν είναι ποτέ ανεξάρτητα από μία προηγούμενη πραγματικότητα.
Το Σύμπαν επαναπροσδιορίζεται σχετικά σαν έμμεσο μέσα στο χρόνο και στο χώρο. Αυτό αποτελεί την κοινή αρχή της ενότητας και της σταθερότητας στις έμμεσες αλληλεπιδράσεις των υλικών φορέων και προκαθορίζει κοινά όρια για την ενέργειά τους.
-Γιατί το συνολικό ποσό της ενέργειας παραμένει το ίδιο, παρά τις αλληλομετατροπές της σε διάφορες μορφές; Η επιστημονική εμπειρία το διαβεβαιώνει από την αρχαιότητα. Η εμπειρία αυτή προϋποθέτει τη γενικότερη αρχή της σταθερότητας του Σύμπαντος και την ύπαρξη χρονικών ορίων, που αποτελούν
το ευρύτερο Παρόν για το σύνολο όλων των δυνατών εξελίξεών του. Σταθερότητα που αλληλοεξηγείται με την αμεσότητα της Ύπαρξης του Κοινού Συνόλου.
Υπάρχει ένα μέγιστο χρονικό όριο, η Συμπαντική Στιγμή, η οποία δεν μπορεί να διαιρεθεί απεριόριστα. Συνεπώς, υπάρχει και μία ελάχιστη στιγμή, από την οποία προκαθορίζονται χρονικά όρια στις έμμεσες (ή υλικές) αλληλεπιδράσεις και στην
ουσία στα ίδια τα πράγματα (που υπάρχουν σαν τρόποι αλληλεπίδρασης και έτσι έχουν μία άμεση σχέση με το χρόνο). Υπ’ αυτήν την έννοια εξηγείται με εκπληκτικό γενικό τρόπο, η τόσο σημαντική εμπειρική διαπίστωση για την ύπαρξη σχέσεων αναλογίας και ποσότητας στα πράγματα και η δυνατότητα της επιστήμης των αριθμητικών σχέσεων!
Η υλική-έμμεση πραγματικότητα δε δημιουργείται συνολικά σε μία στιγμή ούτε εκμηδενίζεται συνολικά. ‘Οπως δεν υπάρχει συνολικός χρόνος χωρίς τις μικρότερες στιγμές, θα μπορούσαμε να απαντήσουμε με άλλο τρόπο. Το Σύμπαν χωρίς την ύλη δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχουν πρωταρχικά στοιχεία
που συνθέτουν εξωτερικά όλο το Σύμπαν. Ένα Σύμπαν χωρίς ύλη θα ήταν μόνο άμεσα, χωρίς ποιότητα και χωρίς αλληλεπίδραση σε διάφορες χρονικές στιγμές.
Με την ορολογία της φυσικής, το Σύμπαν είναι η συνολική ενέργεια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν λείπει ενέργεια. Ακριβώς αυτή η σχετική έλλειψή της ορίζει το νόημά της και την κάνει ταυτόσημη με το χρόνο, δηλαδή με τη μεταβολή και την επίδραση. Η συνολική ενέργεια του Σύμπαντος
που φαίνεται απούσα σαν χώρος είναι «διαταραγμένη» και οι υλικοί φορείς είναι στιγμές στη μεταβολή της, δηλαδή στιγμές που αρχίζει και τελειώνει η ροή της. Η μεταβολή και η μεταβίβασή της προϋποθέτουν πάλι στιγμές που αυτή ελαττώνεται ή αντισταθμίζεται. Όπως η ροή του χρόνου προϋποθέτει την αλλαγή και κάποια σχετική έλλειψη χρόνου. Η ελάττωση
της χωροενέργειας κατά τη μεταβολή της πρέπει να αντισταθμίζεται από την ταυτόχρονη ροή της υπόλοιπης. Δεν μπορεί να συνεχίζεται να ελαττώνεται (ή να μεταβιβάζεται) απεριόριστα στην ίδια χρονική στιγμή, γιατί η ενέργεια στο σύνολό της υπάρχει στον ίδιο χρόνο. Δεν ελαττώνεται στο σύνολό της παρά μόνο από τη μεταβολή της στις μικρότερες χρονικές
στιγμές.
Τελικά, η ενέργεια στο σύνολο του χρόνου που υπάρχει όλο το Σύμπαν είναι πάντοτε η ίδια και ο χώρος δεν λείπει ποτέ προς τις μικρότερες χρονικές στιγμές των υλικών μερών. Το ίδιο δεν λείπει ποτέ η υλική πραγματικότητα, η οποία αναλογεί σε στιγμές ελάττωσης (και αντιστάθμισης)
της ίδιας συνολικής ενέργειας.
-Από την προσεκτική ανάλυση του βασικού ορισμού του Σύμπαντος (σαν συνολικής πραγματικότητας στο σύνολο του Χρόνου)
χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις μπορούμε ήδη να δούμε απρόσμενες και συνταρακτικές απαντήσεις στα μεγάλα κοσμολογικά ζητήματα. Ωστόσο, θα διαπιστώσουμε πολλά αναπάντητα ερωτήματα και ειδικά εκείνα που βρίσκονται στα όρια της κοσμολογίας και σχετίζονται
άμεσα με τη ζωή, με το θάνατο, με το Θεό και με τον προορισμό μας. Ποια η σχέση των υλικών αλληλεπιδράσεων με την εμβιότητα
(με την αρχή της ζωής και με την ψυχή); Ποια η θέση της ζωής και ειδικά του ανθρώπου μέσα σε ένα τέτοιο χωροχρονικό Σύμπαν; Η κοσμολογική γνώση μας δίνει τη δυνατότητα να απαντήσουμε αν υπάρχει ο Θεός, ποια είναι η σχέση του με τον κόσμο
και αν η ζωή μας τελειώνει για πάντα; Η κοσμολογική θεωρία του Τελειωμένου Συνολικού Χρόνου (ή του Ταυτόχρονου Συνολικού Σύμπαντος) γίνεται ακόμα πιο εκπληκτική και αξιόπιστη από την ανάπτυξή της προς αυτήν την κατεύθυνση. Βάσει αυτής μπορούμε να βγάλουμε συμπεράσματα και να δώσουμε εξηγήσεις με απίστευτα σύντομο τρόπο για τεράστια
ζητήματα!
Η δυνατότητά μας να γνωρίζουμε την πραγματικότητα προέρχεται από αυτήν την ίδια, που υπάρχει με ορισμένα σταθερά και κοινά όρια για όλα τα μέρη της και στην οποία βρισκόμαστε σαν ένα από τα μέρη της σε άμεση επαφή μαζί της και όχι μόνο σαν ένα εξωτερικό της φαινόμενο. Από τη στιγμή που μπορούμε και αντλούμε πληροφορίες
για τα πράγματα που μας περιβάλλουν και με τα οποία είμαστε σε επαφή, είναι εξασφαλισμένο ένα μέρος γνώσης της πραγματικότητας και αδύνατο να αγνοούμε ή να μη γνωρίζουμε τίποτε σωστά. Η αντιστοιχία της γνώσης με τα ίδια πράγματα, η αναπαράσταση των πραγμάτων μέσα στη σκέψη και τη μνήμη μας και η συνέπεια της γνώσης επί των πραγμάτων δεν είναι
μόνο προϋποθέσεις για να μπορούμε να επιβιώνουμε αλλά και επιβάλλονται από την ύπαρξή μας. Το πρόβλημα να γνωρίσουμε αν υπάρχει Θεός, τι είναι η ζωή και αν η ζωή τελειώνει θα ήταν οριστικά άλυτο και άσκοπο να το θέτουμε, αν ο Θεός και η αρχή της ζωής ήταν έξω από την πραγματικότητα, μέρος της οποίας είμαστε, αντιλαμβανόμαστε και γνωρίζουμε,
αν ο Θεός και η πηγή της “ψυχής” ήταν τελείως άσχετα από τα επιμέρους πράγματα ή αν η πραγματικότητα ήταν κάτι που καθόλου δεν γνωρίζαμε: Θέση, η οποία υποστηρίχτηκε υπερβολικά από τον Καντ, όπως και από άλλους φιλόσοφους από τα αρχαία χρόνια και παραμένει μία δεδομένη άποψη μέχρι το δικό μας αιώνα και πέρα των φιλοσόφων.
-Υπάρχει, λοιπόν, Θεός, πως, που και ποιος είναι
ο ρόλος της Ύπαρξής του; Από τα πιο μεγάλα και πολυσυζητημένα ερωτήματα επί πολλές χιλιετίες, από φιλόσοφους και από αγράμματους ανθρώπους. Η σπουδαιότητά του παρασέρνει σε τυφλές απαντήσεις, σε προκαταλήψεις, σε κοινωνικά φαινόμενα. Ο Θεός είναι η Αμεσότητα στην Ύπαρξη
του Κοινού Συνόλου της υλικής πραγματικότητας στο σύνολο του Χρόνου. Είναι η συνολική και κοινή Ενέργεια, η οποία σχετικά έμμεσα-εξωτερικά αποτελεί την αρχή για την ύπαρξη όλων των επιμέρους πραγμάτων, μέσα από τις έμμεσες-υλικές αλληλεπιδράσεις στις μικρότερες χρονικές στιγμές. Ο Θεός είναι η κοινή πραγματικότητα, η οποία υπάρχει άμεσα, εσωτερικά,
αυτο-προσδιορισμένα και όχι προσδιορισμένη από έξω ούτε με έμμεσο τρόπο. Η αυτοτέλεια και η ταυτόχρονη αμεσότητα του Σύμπαντος σχετίζονται με την εσωτερικότητα και τη διανοητική αυτενέργεια. Και η εσωτερικότητα στο υλικό Σύμπαν δεν μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που πλησιάζουν οι λέξεις “άμεσο, ταυτόχρονο και αυτοτελές Σύμπαν”.
Με άλλα λόγια, το Σύμπαν είναι αυτοτελές και υπάρχει σαν κοινό σύνολο για όλα τα επιμέρους πράγματα μέσα στο χώρο και στο χρόνο και το ίδιο δεν έχει δημιουργηθεί από κάτι άλλο ούτε με τη μεσολάβηση εξωτερικών πραγμάτων. Πολλοί στοχαστές και φιλόσοφοι επικαλούνται αυτή την άποψη του αυτοτελούς Σύμπαντος για να απομακρύνουν
το ρόλο του Θεού, αντιθέτως από εδώ και όπως το σκέφθηκε ο Σπινόζα. Ένα Σύμπαν το οποίο είναι αδημιούργητο και υπάρχει ταυτόχρονα προς τον εαυτό του, ένα τέτοιο Σύμπαν που υπάρχει χωρίς ενδιάμεσες φάσεις, χωρίς τη μεσολάβηση άλλων πραγμάτων, χωρίς να βρίσκεται σε περιβάλλον (δηλαδή που υπάρχει άμεσα), ένα τέτοιο Σύμπαν στο οποίο δεν γίνεται
τίποτε που δεν είχε ξαναγίνει και παραμένει το ίδιο στο σύνολο των μεταβολών του, ένα τέτοιο Σύμπαν είναι ενεργό με κάποιο άλλο τρόπο. Τα "πράγματα" και οι εξελίξεις στο εσωτερικό του υπάρχουν σαν διανοητικές πράξεις του και όχι μόνο σαν εξωτερικά υλικά φαινόμενα που συναντήθηκαν και συνδυάστηκαν τυχαία. Τα πράγματα και οι εξελίξεις στο εσωτερικό
του υπάρχουν και γίνονται όχι μόνο με τις εξωτερικές επιδράσεις των άλλων υλικών πραγμάτων με τα οποία συνδέονται, αλλά και με τις "προδιαγραφές" που έχει όλο το Σύμπαν σαν ά-μεσο (και με την ενέργεια του οποίου συνδέονται άμεσα τα υλικά πράγματα). Σε ένα τέτοιο ά-μεσο και ταυτόχρονο Σύμπαν γίνονται νοητικές πράξεις ή σκέψεις που στα μάτια
μας έμμεσα και εξωτερικά φαίνονται σαν υλικές μεταβολές. Εάν αποδείξουμε ότι η εμφάνιση του εσωτερικού φαινομένου που υποδηλώνουμε με τη βολική χρήση της λέξης "ψυχή" σχετίζεται με την παρουσία μιας ταυτόχρονης ενέργειας του Σύμπαντος, τότε θα φθάσουμε πολύ κοντά στο ρόλο του Θεού.
-Τι είναι η εμβιότητα και πως συνδέεται με την ύλη; Ποια η σχέση των αφηρημένων χωροχρονικών υλικών αλληλεπιδράσεων με την εσωτερικότητα; Η δυσκολία να απαντηθεί από την επιστημονική εμπειρία προέρχεται για τον απλό λόγο, ότι δεν υπάρχουν άυλες έμβιες ουσίες (ή ψυχές). Τα εσωτερικά και διανοητικά
φαινόμενα δεν υπάρχουν ξεχωριστά από τις υλικές και βιολογικές δραστηριότητες. Τα φαινόμενα αυτά δημιουργούνται σχετικά έμμεσα, εξωτερικά και εκ των υστέρων με τη διαμόρφωση πιο άμεσων και σταθερών τρόπων αλληλεπίδρασης των υλικών φορέων. Αλλά και χωρίς τα βιολογικά και εσωτερικά φαινόμενα η ύλη δε θα ήταν κατ’ αυτό τον τρόπο διαμορφωμένη
(σε όλες τις λεπτομέρειές της και με ενιαία ποιότητα). Δεν υπάρχουν άυλες έμβιες υπάρξεις ή ζωή χωρίς την ύλη ούτε εξέλιξη της ύλης, χωρίς αυτό… που της επιτρέπει να σταθεροποιηθεί και να αλληλεπιδράσει με τους πιο άμεσους τρόπους. Η ύπαρξη χρονικών ορίων, μέσα στα οποία είναι άμεσα η συνολική πραγματικότητα
σαν τελειωμένος και κοινός Χρόνος, β) η αυτοτέλειά της και γ) η ταυτότητα της διανοητικότητας με την αμεσότητά της είναι αναγκαίες προϋποθέσεις για το φαινόμενο της ζωής. Από την αρχική προσέγγιση στην απάντηση αυτού του μεγάλου ζητήματος, το ερώτημα μπορεί να διατυπωθεί πιο εύστοχα: Από ποια σχέση της ύλης και της ενέργειας γίνεται δυνατή
η εμφάνιση της ζωής;
Το πλήθος των ψυχικών φαινομένων και ιδιοτήτων ξεκινούν από την ικανότητα που αποκτάει η οργανωμένη ύλη να “αφαιρεί” όλη την πραγματικότητα και να “λαμβάνει” μόνο τις επιδράσεις εκείνες που επηρεάζουν την ύπαρξή της. Το έμβιο ον, η εμφάνιση ψυχής στην οργανωμένη ύλη δημιουργούν μία νέα πραγματικότητα
που δεν “υπολογίζει” ολόκληρο το Σύμπαν, και που λαμβάνει σαν πραγματικότητα μόνο όσα το “αγγίζουν” !
|
Από τις πιο μεγάλες
ανατροπές και από τις πιο σημαντικές απόψεις που διατυπώνονται στις
ηλεκτρονικές σελίδες, είναι η εμφάνιση της ζωής και της ψυχής σαν
φαινόμενο αφαίρεσης του υλικού κόσμου και σαν νοητική διαδικασία
διατήρησης των σταθερών και των κοινών στοιχείων των πραγμάτων με
πρώτα αφηρημένα δεδομένα από τις αισθήσεις.
" το παραπάνω
απόσπασμα δεν το κατάλαβα καθόλου! " έγραψε ένας αναγνώστης.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Πράγματι, δεν είναι μια
κατανοητή διατύπωση. Αυτό συμβαίνει συχνά σε μένα, διότι προσπαθώ να
εκφραστώ περιληπτικά, υποθέτοντας ότι κάποιος που έχει διαβάσει (ή
θα διαβάσει) προσεκτικά την ενότητα στην οποία αναφέρομαι στο ζήτημα
της γνώσης ή τις σελίδες που εξηγώ την ύλη σαν να πρόκειται για την
πιο ελλιπή πραγματικότητα, είναι (ή θα είναι μετά) σε θέση να
καταλάβει αυτή την σύντομη δυσνόητη διατύπωση. Η άποψη που
συνοψίζεται με αυτή τη διατύπωση, χωρίς πολλά λόγια είναι η εξής:
Η ζωή αρχίζει με το
συγχρονισμένο συνδυασμό των ελάχιστων υλικών στοιχείων, τα οποία
είναι κατά κάποιο τρόπο το αντίθετο του συνόλου και του Σύμπαντος.
Δηλαδή τα υλικά στοιχεία είναι η ελάχιστη πραγματικότητα και όχι το
πλήρες Σύμπαν. Όταν λοιπόν, δημιουργούνται οι πρώτες μορφές ζωής,
αυτές 1) ξεκινούν από το σχεδόν τίποτα της απλής ύλης
(1η αφαίρεση)
2) μέσα σε ένα κόσμο που είναι ασύλληπτα πιο πολύπλοκος, πιο μεγάλος
και σχεδόν άγνωστος
(2η αφαίρεση)
3) και αυτές οι μορφές ζωής πληροφορούνται μέσω των αισθήσεων μόνο
τοπικά και για ένα ελάχιστο αριθμό επιδράσεων του περιβάλλοντος
(3η αφαίρεση)
4) και κινούνται, αντιδρούν και βιώνουν με αυτές τις ελάχιστες
πληροφορίες που τους είναι απαραίτητες
(συνέπεια της αφαίρεσης)
5) και φυσικά αγνοούν και δεν υπολογίζουν το σύνολο του κόσμου και
όσα δεν πέφτουν στα αισθητήρια όργανά τους (αφαίρεση δηλαδή).
Οι πληροφορίες που
λαμβάνουν από τα αισθητήρια όργανά τους είναι ελάχιστες σε σύγκριση
με τις πληροφορίες που θα μπορούσε να δώσει η πραγματικότητα. Τα
έμβια όντα αισθάνονται και αντιλαμβάνονται φυσικά μόνο όσα μπορούν
με τα όργανα που διαθέτουν και όσα είναι απαραίτητα για την επιβίωσή
τους. Όμως στην ίδια στιγμή τα πράγματα γύρω τους είναι περισσότερα,
συνδέονται με πιο πολύπλοκους τρόπους, επιδρούν και αλλάζουν με
περισσότερους τρόπους, ενώ εκείνα δεν αντιλαμβάνονται όλα αυτά. Οι
πληροφορίες, λοιπόν, που λαμβάνουν από τα αισθητήρια όργανά τους
είναι ελλιπείς, αποσπασματικές και αφηρημένες, κατά παρόμοιο
τρόπο που και οι λέξεις στη γλώσσα μας εκφράζουν ελλιπώς και
αποσπασματικά τα πράγματα. Αναπόφευκτη συνέπεια της
αποσπασματικής και της ελλιπούς πληροφόρησης, εκτός από την άγνοια
είναι και η διαστρεβλωμένη γνώση και η πλάνη.
Η ίδια η νόηση με την
οποία παρατηρούμε τα πράγματα και αντιλαμβανόμαστε υπάρχει επειδή
διατηρείται μία εμπειρία, από τη συνήθεια κάποιων κοινών
χαρακτηριστικών των πραγμάτων και από την παρατήρηση σταθερών
σχέσεων, ομοιοτήτων και επαναλαμβανόμενων καταστάσεων στο χρόνο.
Μπορεί κανένας
διαφωνήσει ότι τα πράγματα είναι όπως απαριθμώ σύντομα από το 1 έως
το 5; Σε ποια επιστήμη ανήκουν αυτές οι παρατηρήσεις;
|
-Γιατί να μη συνεχίζεται η ζωή μετά το θάνατο ή χωρίς την ύλη; Αυτό το ερώτημα εκφράζει περισσότερο κάποια απαισιοδοξία για την εμπειρικά γνωστή πραγματικότητα. Ζωή χωρίς την ύλη σημαίνει ζωή χωρίς έμμεσες ή εξωτερικές αλληλεπιδράσεις
και χωρίς διαφορά στο χρόνο σύνδεσής του με τα άλλα. Σημαίνει, ένα αμερές πράγμα, χωρίς δυνατότητα αλληλεπίδρασης, έξω από περιβάλλον, χωρίς εμπειρία και σε τελική ανάλυση ένα πράγμα, το οποίο δεν είναι μέρος της κοινής πραγματικότητας και δεν καθορίζεται από τίποτε εξωτερικό. Αντιθέτως, όλα τα μέρη υπάρχουν σαν τρόποι (υλικής) αλληλεπίδρασης
και εξωτερίκευσης (ή εμμεσοποίησης) της άμεσης και συνολικής πραγματικότητας. Δε διαφέρουν στην ουσία, παρά μόνο στους τρόπους και στους χρόνους που είναι, γίνονται και αλληλεπιδρούν ανάμεσα στα άλλα μέρη. Αυτή η χρονική και χωρική διαφοροποίηση, τους δίνει ύπαρξη. Γι’ αυτό και οι δυνατότητές τους δεν είναι
απεριόριστες και τελείως απροκαθόριστες. Τα πράγματα υπάρχουν σαν τρόποι αλληλεπίδρασης και συνδυασμού των υλικών φορέων
Ο εσωτερικός κόσμος με την ποιότητα και τις δυνατότητές του είναι σχετικά έμμεσα μέσα στο χρόνο και ανάμεσα στα άλλα πράγματα το σύνολο των υλικών φορέων μαζί με τις αλληλεπιδράσεις τους. Η ύλη υπάρχει, γιατί τα πράγματα δεν υπάρχουν ούτε αρχίζουν όλα
στην ίδια εξωτερική (και σχετική) στιγμή, δεν αλληλεπιδρούν με όλους τους δυνατούς τρόπους ταυτόστιγμα και έχουν μια αρχή ύπαρξης ως προς τα εξωτερικά τους. Τα πράγματα δε θα ήταν εξωτερικά (δε θα υπήρχαν), αν συνδεόντουσαν μόνο άμεσα, σε μια κοινή εξωτερική στιγμή. Αλλά δεν μπορούν να αποκοπούν τελείως και να μην αλληλεπιδρούν
με κανένα τρόπο.
-Τι είναι η αυτοσυντήρηση; Είναι η σταθερότητα στους έμμεσους τρόπους αλληλεπίδρασης των υλικών φορέων, είναι ο σχετικά ταυτόχρονος (μέσα στα όρια μιας κοινής στιγμής) και συνολικός αυτο-προσδιορισμός τους. Στην
απλή ύλη φαίνεται σαν αδράνεια, ενώ μετά την εμφάνιση της αμεσότητας-εσωτερικότητας (με τη διαμόρφωση των υλικών φορέων) φαίνεται σαν προσαρμογή.
Η δυνατότητα των υλικών φορέων να συνδέονται και να αλληλεπιδρούν με τον πιο άμεσο τρόπο, να συνδυάζονται και να διατηρούν σταθερούς τρόπους σύνδεσης και τελικά να διαμορφώνουν πιο σύνθετα πράγματα, προϋποθέτει τη σταθερότητα και την αμεσότητα του Κοινού Συνόλου που ονομάζουμε
Σύμπαν. Η ποιοτική εξέλιξη της ύλης και η εμφάνιση της ψυχής και της σκέψης, δηλαδή η δυνατότητα των πραγμάτων να είναι άμεσα (ή ταυτόχρονα) για τον εαυτό τους, ενώ έμμεσα (και ετερόχρονα) είναι μέρη μέσα στο χρόνο, επιτυγχάνεται από αυτή τη δυνατότητα των υλικών φορέων. Ο ρόλος της ταυτόχρονης (ή με τον πιο γρήγορο τρόπο) αλληλεπίδρασης αποκαλύπτει
αυτή την εσωτερική πραγματικότητα σαν ένα φαινόμενο με έμμεσο και εξωτερικό τρόπο. Η σχετική έμμεση εξέλιξη του υλικού κόσμου αντιστοιχεί και αποκαλύπτει την ποιοτική αμεσότητα που υπήρχε ανέκαθεν, δηλαδή τη Συμπαντική Διάνοια.
Όταν μια έμβια ποιότητα επηρεάζεται με τρόπους που δεν την αποσταθεροποιούν (που συμφωνούν με αυτήν), τότε με αυτούς τους τρόπους ευαρεστείται και επιβεβαιώνεται. Αντίθετα, όταν επηρεάζεται με τρόπους που την αποσταθεροποιούν (που διαφωνούν με αυτήν), τότε
βιώνει μια αβεβαιότητα για τον εαυτό της και δυσαρεστείται. Οι εσωτερικές διαθέσεις είναι τρόποι επηρεασμού της σταθερότητας.
-Τι είναι η αισθητικότητα και τα
συναισθήματα; Είναι ο επηρεασμός της εσωτερικότητας (με ένα ή περισσότερους τρόπους στην ίδια στιγμή) από τις έμμεσες, εξωτερικές και υλικές επιδράσεις.
Η αισθητικότητα είναι στην ουσία η περιορισμένη -σε εξωτερικές επιδράσεις- διανοητικότητα και όχι το αντίθετό της.
Η διάνοια δεν κάνει μόνο με συνειδητό και λογικό τρόπο την αφαίρεση γνωρισμάτων από τις εικόνες και δε δημιουργεί μόνο τις έννοιες των λέξεων. Η αφαίρεση γνωρισμάτων και η περιληπτική άποψη των πραγμάτων ξεκινάνε από τα ίδια τα αισθητηριακά δεδομένα και αυτό δείχνει, ότι οι
αισθήσεις είναι νοητικές ενέργειες με "πρώτη ύλη" από έξω της διάνοιας. Τα πρώτα δεδομένα των αισθήσεών μας ήδη είναι αποσπασμένα γνωρίσματα και “σύντομες” απόψεις των πραγμάτων.
Αν με τον όρο "αισθητικότητα" εννοούμε την
ικανότητα να βλέπουμε, να ακούμε, να αγγίζουμε και γενικά να λαμβάνουμε κάποια
πληροφορία από εξωτερικούς ερεθισμούς, τότε όπως σου εξήγησα σύντομα, η
ικανότητα αυτή κάνει την ίδια λειτουργία, όπως η νόηση. Δηλαδή οι πληροφορίες
που λαμβάνουμε από τα αισθητήρια όργανα είναι αποσπασματικές και αφηρημένες,
(όπως είναι οι έννοιες των λέξεων) και "καταγράφονται" στη μνήμη μας έτσι όπως
μας θυμίζουν κάτι σταθερό, κάτι το ίδιο, κάτι που επαναλήφθηκε, κάτι που μας
προκάλεσε ιδιαίτερα ευχάριστη ή δυσάρεστη διάθεση.
-Τι είναι η διάνοια και ποια η σχέση
της με όλη τη ζωή; Γενικά, ποιος είναι ο ρόλος της; Είναι η αναγνώριση κοινών και σταθερών στοιχείων στα πράγματα και ο αυτοεπηρεασμός της ψυχής από τη διατήρηση και την αναζήτηση αυτών των κοινών στοιχείων –με αρχή τα αισθήματα. Η δυνατότητα άμεσης-εσωτερικής αυτενέργειας σχετίζεται
με τη σταθερότητα στους τρόπους αλληλεπίδρασης των υλικών φορέων και με τον ελάχιστο κοινό χρόνο που αυτοί συνδέονται όταν δημιουργούν φαινόμενα ζωής.
Η αντίληψη είναι περιορισμένη και αποσπασματική γνώση της πραγματικότητας, όπως οι έννοιες του λόγου και αρχίζει από μία εσωδιανοητική αφαίρεση. Αν η αφαιρετική δυνατότητα ονομάζεται διάνοια ή είναι μία διανοητική δραστηριότητα, τότε το ίδιο πρέπει να ονομαστεί και η δυνατότητα της αντίληψης. Η ίδια η αντίληψη είναι ένα
είδος εννόησης δημιουργημένη έμμεσα από τα εξωτερικά πράγματα. Η γνώση και η διανοητική δραστηριότητα έχει αρχίσει με το πρώτο αίσθημα και εκδηλώνεται με ήχους και με όλη τη συμπεριφορά του βιολογικού φορέα της. Η διάνοια σχετίζεται άμεσα με όλες τις ψυχικές δραστηριότητες με αρχή την πρώτη αίσθηση και είναι η ουσία της ζωής, ο λεγόμενος εσωτερικός
κόσμος. Δεν υπάρχει πρώτα η ζωή ή μία α-νόητη εσωτερική ύπαρξη και μετά η γνώση. Ούτε μπορεί να διαμορφωθεί εσωτερικός κόσμος χωρίς καμία γνώση.
Η διάνοια αυτενεργεί στρέφοντας την προσοχή της ενώ με τη βοήθεια της γλώσσας μπορεί να διατηρεί την εμπειρία. Με τη διατηρημένη εμπειρία και τη γνώση των εξωτερικών πραγμάτων μπορεί να καθορίζει και να κατευθύνει τις εξωτερικές πράξεις και να αυτοεπηρεάζεται, χωρίς τα πράγματα να είναι παρόντα στις αισθήσεις και χωρίς
εκείνα να υπάρχουν ή να μας επηρεάζουν πραγματικά. Η ανθρώπινη διάνοια διαμορφώνει απόψεις και αξίες και με όλη τη γνωστική δραστηριότητά της επηρεάζει και δημιουργεί την εξωτερική συμπεριφορά και τις περισσότερες διαθέσεις. Όταν κάποιος το αγνοεί αυτό, τότε οδηγείται σ’ έναν ανόητο διαχωρισμό των συναισθημάτων, των επιθυμιών, των ορμών ακόμα
και της ψυχής από τη γνωστική δραστηριότητα και φαντάζεται τη διαφορά του ανθρώπου από τα άλλα ζώα πιο μεγάλη και μεταφυσική.
Ψυχή, εσωτερικός κόσμος και εμβιότητα δεν υπάρχει χωρίς καμία μορφή γνώσης και χωρίς κάποιο τρόπο νόησης. Όλες οι δυνατότητες του εσωτερικού κόσμου είναι τρόποι εννόησης, γνώσης και κάποια βεβαιότητα ή αβεβαιότητα που τους συνοδεύει.
-Ποιος είναι ο ρόλος του θανάτου;
Αυτός είναι το οριστικό τέλος της ζωής μας; Είναι η ολική αποσταθεροποίηση των τρόπων με τους οποίους αλληλεπιδρούσαν πιο άμεσα και ταυτόστιγμα οι υλικοί φορείς των έμμεσων αλληλεπιδράσεων. Συνεπώς και της διαμορφωμένης εσωτερικότητας.
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ "ΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟΥ
ΧΡΟΝΟΥ"
►
|
|
|
-Γιατί η ζωή τελειώνει; Θα μπορούσε
να γίνεται διαφορετικά; Όλα τα πράγματα σαν μέρη μιας σταθεροποιημένης συνολικής πραγματικότητας έχουν μία σχετική αρχή και τέλος ανάμεσα στα άλλα. Τα πράγματα υπάρχουν (σαν ατελή) μέσα στο χρόνο και δεν μπορούν να είναι μόνο άμεσα και στην ίδια στιγμή με όλα τα
άλλα. Ύστερα, η Συμπαντική Ποιότητα δεν είναι με απεριόριστες δυνατότητες –όπως θα ήταν αν τα πράγματα διαμορφωνόντουσαν μόνο από την τυχαία εξωτερική αλληλεπίδραση των υλικών φορέων. Συνεπώς ούτε τα επιμέρους πράγματα δεν έχουν απεριόριστες δυνατότητες και δεν μπορούν να γίνονται ατελείωτα στο χρόνο. Στα επιμέρους πράγματα συμπεριλαμβάνονται
και αυτά τα οποία θεωρούμε έμβια.
Η Συμπαντική Ποιότητα δε θα μπορούσε να είναι σταθεροποιημένη, αν κάποια από τα λεγόμενα μέρη της είχαν μία ατελείωτα εξελισσόμενη ποιότητα ή απεριόριστες δυνατότητες. Μιλώντας ειδικότερα για τον άνθρωπο και τα άλλα έμβια πράγματα, την παύση αυτήν
την ονομάζουμε θάνατο. Αυτή η παύση της ύπαρξης δεν μπορεί να είναι παντοτινή, για τον ίδιο λόγο που πρέπει να γίνεται.
-Αν δεν υπάρχει μια πρώτη γέννηση και τελικός θάνατος, τότε γιατί εμείς δε θυμόμαστε ή δεν ανακαλύπτουμε τίποτε από τις προηγούμενες ζωές μας, θα απορούσαμε. Η απάντηση είναι ότι η προηγούμενή μας ζωή δε συνεχίζεται
από την επόμενη με κανέναν τρόπο, παρά μόνο επαναλαμβάνεται σε σχέση με τα πράγματα που υπάρχουν σε μικρότερες στιγμές από τη συμπαντική στιγμή.
Πώς να θυμόμαστε προηγούμενες ζωές μας, οι οποίες δεν είναι πραγματικά προηγούμενες; Οι διαφορετικοί εαυτοί που ήμασταν και μπορούμε να θυμηθούμε μερικές στιγμές τους, είναι ο συνολικός μέσα στα όρια όλης της διάρκειας της ύπαρξής μας. Αν θυμόμασταν στιγμές από την «προηγούμενη» ζωή μας, τότε
θα θυμόμασταν στιγμές αυτής της παρούσας, στιγμές που πέρασαν ή θα περάσουν (!) Εξάλλου, αυτοί που θα ήμασταν και όσα θα κάναμε σε άλλο χρόνο και τόπο ή υπό διαφορετικούς όρους, είναι οι άλλοι.
-Για ποιο σκοπό υπάρχουν τα πράγματα και
ιδιαίτερα ο άνθρωπος; Ίσως δεν υπάρχει άλλο ζήτημα, για το οποίο να έχουν γραφθεί τόσα πολλά.
Το Σύμπαν δεν είναι μια αιώνια ατέλεια της ανυπαρξίας. Είναι η άμεση και επαρκής αιτία του εαυτού του. Η ύπαρξη όλων των επιμέρους πραγμάτων είναι εκ των προτέρων αιτιολογημένη επαρκώς από το Κοινό Σύνολό τους. Ο επαρκής σκοπός τους είναι ανέκαθεν επιτελεσμένος. Σαν μέρη μέσα στο χρόνο πραγματοποιούν
διάφορες δυνατότητες και όσα διαθέτουν νόηση μπορούν να προκαθορίζουν αποτελέσματα-σκοπούς. Αυτό είναι το σχετικό νόημα της εξωτερικής ύπαρξής τους. Τα πράγματα στην ουσία είναι ο ίδιος ο Θεός σαν ατελής μέσα στο χρόνο και στο χώρο. Σχετικά έμμεσα σαν εξωτερικά, υπάρχουν, ενεργούν και γίνονται με την προκαθοριστική
αρχή της αυτογνωσίας και της αυτοτέλειάς του και όχι μόνο με τις αφηρημένες και αποσπασμένες σχέσεις των εξειδικευμένων επιστημών. Αντιθέτως, οι τελευταίες προϋποθέτουν τη Συμπαντική Αμεσότητα και Σταθερότητα.
Τα ίδια τα πράγματα είναι μερικές αιτίες, γιατί η ύπαρξή τους είναι σαν ένα μέρος μίας και της ίδιας αυτο-προσδιορισμένης ποιότητας. Δεν υπάρχουν μόνο σαν εξωτερικά, χωρίς δική τους δραστηριότητα και δεν προσδιορίζονται μόνο έμμεσα ή απ’ έξω τους. Η επαρκής αιτία τους δεν είναι
μία εξωτερική πρωταρχική ούτε μία εξωτερική τελική αιτία. Είναι το άμεσο σύνολό τους, μέρη του οποίου είναι άμεσα.
-Γιατί υπάρχει η αδικία και η δυστυχία και ποιος ο ρόλος του Θεού;
|
Η αλήθεια είναι, ότι οι
απαντήσεις της θεωρίας του "Ολοκληρωμένου Σύμπαντος και της Σχετικότητας της
Ενέργειας" δεν είναι πολύ "αισιόδοξες" για την τύχη μας στον πλανήτη Γη και δεν
επιβάλλουν κάποιο μοντέλο ζωής ή κάποιο πρότυπο συμπεριφοράς, ούτε προσφέρουν
μία γνώση που τώρα αμέσως θα μας υποχρέωνε να αλλάξουμε κάτι στον κόσμο και στην
κοινωνία. Με την πρώτη σκέψη, εάν αυτή η φυσική ερμηνεία δεν κατανοηθεί καλά,
μοιάζει "εξωγήινη", "φανταστική" και σαν αμπελοφιλοσοφία. Όταν όμως κάποιος
καταλάβει τις ιδέες και το λεξιλόγιο με το οποίο είναι προσεκτικά διατυπωμένη,
χωρίς να χρειαστεί να τη συνδέσει με τη φυσική και τα μαθηματικά, θα δει ότι
είναι απογοητευτικά "ρεαλιστική" και προσγειωμένη θεωρία. Λείπουν αυτά τα
"κόλπα", οι λέξεις, τα φανταστικά και τα ανεξήγητα, που κάνουν τους ανθρώπους να
ονειρεύονται, να προσδοκούν και τα περιοδικά να μεγαλώνουν τις πωλήσεις τους και
οι εκπομπές την τηλεθέασή τους. Η κοσμοθεωρία αυτή δεν "συγκρούεται" με την
εμπειρία μας για τα ελαττώματα, τις δυσκολίες και τα "κακά" της ανθρώπινης ζωής,
αλλά αντιθέτως τα προβλέπει σαν απαραίτητα για να υπάρχει η ζωή, για να
βρίσκει νόημα σχετικό στο περιβάλλον της και για να υπάρχει προοπτική εξέλιξης.
Δεν είναι τυχαία η συμφωνία της "διαστημικής" θεωρίας με τον προκλητικό τίτλο,
με την γήινη και ανθρωποκεντρική εμπειρία μας για τη ζωή με τα τόσα απίστευτα
που συμβαίνουν. Συγχρόνως, αυτή η φυσική ερμηνεία δεν στερεί από ένα νόημα και
από ένα σκοπό τη ζωή, αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα στις εξελίξεις και
αντιθέτως επιτυγχάνει να δώσει νόημα στο σύνολο του κόσμου, ο οποίος συμμετέχει
ά-μεσα στις επιμέρους υλικές και έμμεσες εξελίξεις, με φαινόμενα που ερευνά η
επιστήμη.
|
Ο Θεός είναι τέλειος, όχι γιατί έχει ατελείωτες δυνατότητες, όχι γιατί μπορεί να κάνει τα πάντα, αλλά γιατί είναι άμεσα τα πάντα και δεν έχει καμιά δυνατότητα απραγματοποίητη. Αν μπορούσε να ενεργήσει διαφορετικά ή να κάνει κάτι ακόμα, τότε θα ήταν ατελής και ασταθής σαν ένα
εξωτερικό μέρος.
Δε δημιούργησε το Σύμπαν, γιατί δεν είναι μία άλλη πραγματικότητα τελείως άσχετη, διαφορετική ή ανεπηρέαστη από εκείνο. Διαφορετικά δε θα μπορούσε να το δημιουργήσει ή δε θα ήταν αυτοτελής και τότε δε θα ήταν η κοινή ουσία των πραγμάτων, ενώ τα πράγματα υπάρχουν
σχετικά σαν τρόποι διαμόρφωσης μίας ουσίας.
Ο Θεός δεν έχει αισθητικότητα και εξωστρεφικές-εγωκεντρικές δραστηριότητες, όπως εμείς. Η εμβιότητα πρώτα απ’ όλα είναι μία εσω-διανοητική σχέση της ουσίας με τον εαυτό της και αρχίζει με μεγάλη έλλειψη εμπειρίας και αυτογνωσίας. Ο Θεός που είναι αυτοτελής και δε βρίσκεται σε
κανένα περιβάλλον πρέπει να έχει την τέλεια αυτογνωσία. Δε θέλει και δεν περιμένει τίποτε από κανέναν, γιατί όσα θα μπορούσε να θέλει εκ των υστέρων έχουν πραγματοποιηθεί εκ των προτέρων.
Γνωρίζει το μέλλον, γιατί αυτός είναι άμεσα όλη η πραγματικότητα απ’ όλες τις στιγμές και έχει άμεση γνώση αυτής, δηλαδή του Εαυτού του. Ο Θεός είναι ο Χρόνος* στο σύνολό του. Η κοσμολογία μετά την προσέγγιση στην εσωτερική αρχή των βιολογικών φαινομένων και της σχέσης τους με
την αμεσότητα της ύπαρξης του Σύμπαντος στο σύνολο του Χρόνου πλησιάζει τη Θεολογία.
Είναι δίκαιος και αξιόπιστος. Δεν είναι μία εξωτερική αυτοτελής ύπαρξη, που αναμειγνύεται στην ανθρώπινη ζωή με ένα δικό του εξωτερικό σκοπό ή σαν αυταρχικός δικαστής. Αντιθέτως, οι σχετικές υπάρξεις είναι αυτός ο ίδιος σαν ατελής μέσα στο χρόνο και στο χώρο και όλες οι συνέπειες
προσδιορίζονται από τα ίδια τα πράγματα με τρόπους, που δεν ανατρέπουν ποτέ τη σταθερότητα του Κοινού Συνόλου. Από την ποιότητα και τη δραστηριότητά τους δημιουργούνται οι ανάλογες σχέσεις και συνέπειες και αντιστρόφως, οι τελευταίες δημιουργούν τα πρώτα.
Ο Θεός είναι αυτο-προσδιορισμένος και ανεξάρτητος, δηλαδή ελεύθερος. Όχι γιατί μπορεί να ενεργήσει με άλλους τρόπους, όχι γιατί μπορεί να πραγματοποιήσει ατελείωτες δυνατότητες και να κάνει ακόμα περισσότερα, αλλά γιατί, όπως είπε ο Σπινόζα, «ελεύθερο λέγεται το πράγμα που υπάρχει
μόνον από την αναγκαιότητα της φύσης του και που προσδιορίζεται μόνο από τον εαυτό του να ενεργήσει». Με αυτήν την έννοια, σαν μέρη αυτής της αυτοτελούς ύπαρξης είμαστε και εμείς ως ένα όριο ελεύθεροι, ωστόσο όχι επαρκώς, όπως εκείνος. Εμείς με τις δυνατότητές μας δεν είμαστε προσδιορισμένοι ανεξάρτητα από τον εαυτό μας ή μόνο από έναν
εξωτερικό Θεό. Είμαστε αυτός ο ίδιος σαν ατελής μέσα στο χρόνο.

Με τη βασική θέση της Θεωρίας του Τελειωμένου Συνολικού Χρόνου εξηγούνται γενικά και συμπεραίνονται μέσα από την ανάλυση των εννοιών, πολλές βασικές θεωρητικές και εμπειρικές ανακαλύψεις της φυσικής και ανεξήγητες εμπειρικές διαπιστώσεις, όπως:
Η σχετικότητα του χρόνου, το όριο στην ανώτερη ταχύτητα, η ασυνέχεια και η περιοδικότητα, η σχέση χώρου-χρόνου, η αρχή διατήρησης της ενέργειας, η σχέση ενέργειας-μάζας, η καμπυλότητα και η ουσία του χώρου, η ύπαρξη της βαρύτητας και η σχέση της με την ύλη, η ύπαρξη των παγκόσμιων φυσικών σταθερών
και ορισμένες αναλογίες τους, η ομοιότητα της κοσμικής ακτινοβολίας μικροκυμάτων των 2,73° Κ στις αντίθετες αποστάσεις, η έλλειψη μάζας από τους γαλαξίες (όπως υπολογίζεται), τα όρια στη διάρκεια της ύπαρξής τους, η πιθανολογική περιγραφή της θέσης και τη ορμής στα μικροσωμάτια, η σημασία
της λεπτομέρειας στη φυσικομαθηματική περιγραφή της εξέλιξης του Σύμπαντος και πολλές άλλες, αν ψάξουμε.
Εάν δε βασιστούμε στην αρχική λογική θέση της Θεωρίας του Τελειωμένου Χρόνου, τότε οι παραπάνω θεωρητικές συνέπειες και πολλές άλλες ανατρέπονται. Τη θέση τους θα πάρουν ανεπίλυτα προβλήματα και αντίθετες συνέπειες, οι οποίες δε συμφωνούν με τις γνωστές επιστημονικές αλήθειες.
Ένα Σύμπαν χωρίς σταθεροποιημένη ποιότητα δε θα είχε μία επαρκή αιτία, δε θα ήταν ενιαίο και τα πράγματα δε θα ήταν τρόποι διαμόρφωσης μίας κοινής ουσίας. Η ύλη θα ήταν ανεξήγητη, δε θα υπήρχε ελάχιστη στιγμή αλληλεπίδρασης και ενέργειας, ο χρόνος δε θα ήταν σχετικός και ταυτόσημος με τα πράγματα. Η ποσότητα και η διαίρεση της ύλης θα ήταν
χωρίς όριο και η ουσία της δε θα είχε καμιά σχέση ταυτότητας με την ενέργεια. Τα πράγματα θ’ αλληλεπιδρούσαν με απεριόριστους και απροσδιόριστους τρόπους, δε θα είχαν κοινά και σταθερά στοιχεία, πιο έμμεσα δε θα είχαν καμιά σχέση και δε θα υπήρχε περιοδικότητα. Ο χώρος θα ήταν ένα είδος ανυπαρξίας, η αυτοσυντήρηση και η ζωή θα
ήταν ανεξήγητα, όπως και η σχέση της ψυχής με την ύλη. Σε τελική ανάλυση η σταθερότητα, η αμεσότητα, η συνέχεια και η ποιότητα δε θα υπήρχαν ή θα ήταν τελείως τυχαία φαινόμενα.
Ποια φαινόμενα περιγράφονται ενοποιημένα, ερμηνεύονται και προβλέπονται στη
θεωρία με περισσότερες λεπτομέρειες διαβάστε στην ξεχωριστή ενότητα.
|