*

Ο ΠΛΗΡΗΣ ΚΟΣΜΟΣ & Η ΥΛΗ  /  ΤΟ ΑΜΕΣΟ (ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΟ) ΣΥΝΟΛΟ & Η ΖΩΗ

Σκέψεις από την αρχή και για την αρχή... Γη

***                                                                                 comet

* ΑΡΧΙΚΗ |     | ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ |     | ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΟΥ! |     | ΚΟΣΜΟΣ & ΖΩΗ |     | ΚΟΣΜΟΣ & ΥΛΗ

*

ΓΝΩΣΗ & ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ     |     ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΤΡΟΦΗ     |     ΑΝΘΡΩΠΟΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΑ     |     ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ

header message

ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΗ

 

 

Για σκεπτόμενους δημιουργικά!

 

 

 

 

ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΗΣ «ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΚΡΗΞΗΣ»

 

 
minispacer

  Το Αδιέξοδο της "Μεγάλης Εκρηξης"

Το κοσμολογικό πρότυπο της Μεγάλης Έκρηξης (Big Bang) είναι αποτέλεσμα μιας φανερής παρεξήγησης των εμπειρικών ενδείξεων εξαιτίας της προκατά­ληψης, ότι το Σύμπαν πρέπει να έχει μια αρχή ύπαρξης και της επιπόλαιας ερμηνείας του φαινομένου Doppler. Η αξιοπιστία του έχει αμφισβητηθεί από γνωστούς φυσικούς και από πολλούς φιλόσοφους και δεν έπαψαν να γίνονται προσπάθειες για να ξεπεραστούν τα αδιέξοδα με νεότερες παραλλαγές της θεωρίας (με τις απο­καλούμενες θεωρίες του πληθωριστικού Σύμπαντος).

Όταν θεωρούμε, πως έχει μια αρχή δημιουργίας ή εξέλιξης σαν σύνολο μέσα στο χρόνο και ότι πριν από αυτήν την αρχή δεν υπήρχε -ή τουλάχιστον έτσι όπως το γνωρίζουμε- τότε με έναν πρωτοφανή αντι­επιστημονικό τρόπο το απομονώνουμε σαν ένα μέρος. Καταστρέφουμε την έννοια του χρόνου και ορίζουμε παράλογα, ότι το Σύμπαν δεν είναι το σύνολο όλων των πραγμάτων και απ’ όλους τους χρόνους. Κάνουμε αυτό, το οποίο ο Σπινόζα ονόμαζε «αναγωγή εις την άγνοια».

Είναι αδιανόητο να ονομάζουμε Σύμπαν το σύνολο των πραγμάτων ως ένα όριο του χρόνου ή του χώρου και πέρα από εκείνο το όριο να το θεωρούμε εκτός Σύμπαντος (ή σαν μια τελείως διαφορετική πραγματικότητα, χωρίς κοινά στοιχεία με τη δική μας). Με αυτήν την έννοια του Σύμπαντος, βέβαια, η επιστήμη δε θα μπορούσε να εξηγήσει την ανυπαρξία του πριν από τη στιγμή της δημιουργίας του! Η απλή λογική μας οδηγεί να ανα­γνωρίσουμε ότι το Σύμπαν δεν έχει αρχή σαν σύνολο ή ότι πριν από την αρχή υπήρχε μια άλλη πραγματικότητα που αποτελεί μέρος του και όχι ένα άλλο Σύμπαν. Αν αμφισβητούμε αυτήν την απλή λογική των εννοιών, τότε να μην αποδεχόμαστε ότι ορισμένα στοιχεία της πιο άμεσης περιβάλ­λουσας πραγματικότητας αποτελούν κοινά γνωρίσματα μιας πολύ ευρύτερης πραγματικότητας μέσα στο χώρο και στο χρόνο (και για ένα μεγαλύτερο αριθμό πραγμάτων από εκείνα που έχουμε αντιληφθεί). Γιατί, όμως, η επιστήμη έφθασε σε αυτό το άτοπο μέσα από την εμπειρική γνώση και με την αξιοπιστία των παρατηρήσεων;

 

Η παραπλάνηση τροφοδοτήθηκε από τις συνέπειες της επαναστατικής θεωρίας της σχετικότητας (της περιορισμένης και της γενικής), την οποία διατύπωσε ο Alb. Einstein (1879-1955). Σύμφωνα με την πρώτη, η ταχύτητα του φωτός καθορίστηκε αξιωματικά σαν αξεπέραστο όριο και σταθερή ανεξαρτήτως των σχετικών κινήσεων μέσα στο χώρο. Επομένως, προέβλεψε τους όρους, με τους οποίους αυτό επιτυγχάνεται ανεξάρτητα από τις σχετικές κινήσεις και ειδικά στις πολύ μεγάλες ταχύτητες, στις οποίες οι προηγούμενες θεωρίες της κίνησης αποτύγχαναν. Η οριακή ταχύτητα του φωτός και οι προηγούμενοι νόμοι της κίνησης έπρεπε να είναι τα ίδια για όλους (τους αδρανειακούς παρατηρητές όπως τους αποκαλούν), ανεξαρτήτως της σχετικής κίνησης του ενός προς το άλλο. Αλλά αυτό μπορούσε να γίνεται χωρίς να χρειάζεται ένας κοινός χρόνος για όλες τις σχετικές κινήσεις και χωρίς τον υπολογισμό μίας απόστασης ανεξάρτητης από την κίνηση. Έτσι, η έννοια του χρόνου έπαψε να εκφράζει μία σταθερή ή μία κοινή πραγματικότητα και δε βρέθηκε κανένα σημείο αναφοράς, σε σχέση με το οποίο να μπορεί να προσδιοριστεί η κίνηση, η ταχύτητα και η απόσταση, ανεξάρτητα από τις κινήσεις των άλλων πραγμάτων. Παρέμεινε, όμως, η ταχύτητα του φωτός (c = 2,9979245 x108 m/sec) σαν η μοναδική κίνηση που γίνεται με σταθερή ταχύτητα για όλους και αυτό δεν έπρεπε να προσπεραστεί αδιάφορα.

 

Έχει ενδιαφέρον να διαβάσουμε μερικά αποσπάσματα από τις σκέψεις του Χαίκελ (ή Χέκελ, Ernest Haeckel 1834-1919) που αγγίζουν το γενικότερο ζήτημα της δημιουργίας του κόσμου, για να αντιληφθούμε πόσο εύκολο ήταν να γίνουν ορισμένες φιλοσοφικές σκέψεις από έναν φυσιοδίφη, που λίγο αργότερα απορρίφτηκαν εύκολα και στο χώρο της φυσικής επικράτησαν οι αντίθετες απόψεις.

Στην εποχή του Χαίκελ :

 

Το 1887, οι Άλμπερτ Μάικελσον (Albert Michelson) και Έντουαρντ Μόρλεϋ (Edward Morley) πραγματοποίησαν το πείραμα που απόδειξε τη σταθερότητα της ταχύτητας του φωτός και οδήγησε στην απόρριψη ενός λεπτεπίλεπτου μέσου, μίας αόρατης ουσίας, την οποία ονόμαζαν "αιθέρα".

Το 1888, ο Χερτς παρήγαγε ραδιοκύματα και απόδειξε την ύπαρξη τους, όπως την είχε προβλέψει θεωρητικά ο Μάξγουελ το 1865.

Ο Νικόλα Τέσλα εκείνα τα χρόνια πειραματιζόταν με τα ραδιοκύματα και το εναλλασσόμενο ρεύμα και επινοούσε συσκευές για την αξιοποίηση των ηλεκτρομαγνητικών φαινομένων.

Το 1901, ο Γκουλιέλμο Μαρκόνι επέτυχε την πρώτη ραδιοτηλεγραφική σύνδεση μεγάλης εμβέλειας.

Η Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας του Einstein διατυπώθηκε το 1905 και η Γενική Θεωρία της Σχετικότητα το 1916.

 

" Ο πολύ λεπτός και ελαφρός, αλλά όχι και αστάθμητος αιθέρας, παράγει με τις κυματοειδείς κινήσεις του όλα τα φαινόμενα του φωτός και της θερμότητας, του ηλεκτρισμού και του μαγνητισμού. Όταν τον παίρνουμε είτε σαν ουσία συνεχή που γεμίζει το ενδιάμεσο διάστημα ανάμεσα στα άτομα ή και σαν ν' αποτελείται επίσης από ξεχωριστά μόρια, θα πρέπει ν' αποδώσουμε σ' αυτά τα άτομα του αιθέρα, μια εσωτερική δύναμη απώθησης σε αντίθεση με την έμφυτη στα άτομα της σταθμητής ύλης δύναμη της έλξης. Με την έλξη των τελευταίων και την απώθηση των πρώτων, θάπρεπε με τη διαδοχή να εξηγηθεί μια για πάντα ο μηχανισμός της παγκόσμιας ζωής. Μπορούμε επίσης να αναγάγουμε "την ενέργεια του παγκόσμιου διαστήματος", σύμφωνα με τον καθηγητή Schlesinger, στους κραδασμούς του παγκόσμιου αιθέρα (...)

Οι πρόοδοι που επιτεύχθηκαν με την επίγνωση του αιθέρα αποτελούν μεγάλη ωφέλεια για την μονιστική φιλοσοφία. Και πραγματικά, μ' αυτές τις προόδους, οι εσφαλμένες υποθέσεις για το κενό διάστημα και τις από απόσταση ενέργειες των σωμάτων ανατράπηκαν. Το άπειρο διάστημα του σύμπαντος, παρ' όλο που τα άτομα με βάρος, η σταθμητή ύλη δεν καταλαμβάνουν αυτό ολότελα, ωστόσο είναι γεμάτο απ' τον αιθέρα. Η συνειδητή γνώση του χρόνου και του διαστήματος είναι κάθε άλλο παρά αυτή που πριν ένα αιώνα εξαγγέλθηκε απ' τον Καντ (...)

Με ποιο τρόπο προσφέρεται ο παγκόσμιος ελαφρός, ο ενεργών αυτός αιθέρας στη βαριά και αδρανή μάζα αυτής της σταθμητής ύλης, την οποία εξετάζουμε χημικά και την οποία μπορούμε να υποθέσουμε μοναχά σαν ν' αποτελείται από άτομα; (...) Εδώ όμως συναντάμε αυτό το νέο μεγάλο ζήτημα: πώς καθορίζονται οι σχέσεις της αρχικής αυτής ύλης με τον αιθέρα; Αυτές οι δύο αρχικές ουσίες βρίσκονται σε ουσιαστική και αιώνια αντινομία; Ή μήπως ο εν δράσει ευρισκόμενος αιθέρας προηγήθηκε και παρήγαγε την σταθμητή μάζα; ". (22-26)

 

Η συνέπεια της σχετικότητας του χρόνου -λόγω της εξάρτησης του χρόνου από την κίνηση, την απόσταση και από την ύπαρξη ανώτερης οριακής ταχύτητας- δεν ανέτρεψε τη δυνατότητα ενός κοινού χρόνου. Όπως δεν ανέτρεψε την ύπαρξη ενός κοινού χώρου και μιας χρονικής προτεραιότητας ανεξάρτητης από άλλες. Αντιθέτως, έβαλε αιτιολογημένα και υπολογισμένα ένα όριο στη γενική χρήση της έννοιας του χρόνου και διόρθωσε μια υπερα­πλουστευ­μένη θεώρηση της αλλαγής και της σταθερότητας. Μια πλάνη, η οποία δημιουργείται όταν χρησιμοποιούμε την αφηρημένη έννοια του χρόνου αποσπασμένη από τα πράγματα, ενώ αυτή δεν έχει νόημα παρά μόνο όταν υπάρχουν πράγματα που αλλάζουν το ένα σε σχέση με το άλλο. Είναι αξιοπρόσεχτο πως μεγάλοι επιστήμονες έχουν πέσει σαν τυφλοί στην παγίδα τέτοιων μεγάλων λαθών και έχουν συμπαρασύρει πολλούς άλλους, εξαιτίας της απρόσεκτης σημασιοδότησης των αφηρημένων εννοιών στην απόπειρά τους να διατυπώσουν τις γενικές σχέσεις των πραγμάτων. Κοινός εξωτερικός χρόνος θα σήμαινε, βέβαια, ότι ένα πράγμα και ένα γεγονός υπάρχουν στην ίδια στιγμή με όλα τα άλλα, ανεξαρτήτως του τρόπου που συνδέονται και μια επίδραση πάνω σ’ ένα πράγμα θα έπρεπε να είναι ταυτοχρόνως μια επίδραση και στα άλλα. Όταν, όμως, ένα πράγμα επενεργεί πάνω σ’ ένα άλλο, αυτό είναι ένα γεγονός που μοιράζονται τουλάχιστον αυτά τα δύο και αυτή η επενέργεια δεν υπάρχει για τα άλλα πράγματα παρά μόνο στη διάνοιά τους και όταν αντιλαμβάνονται. Υπήρξαν φιλόσοφοι, όπως ο Ντεκάρτ, ο Λάιμπνιτς και ο Μπέρκλεϋ, οι οποίοι απέφυγαν με τον τρόπο τους να δώσουν μια τέτοια αφηρημένη σημασία στο χρόνο.

Ωστόσο, καλό είναι να προσέξουμε ότι ο κοινός εξωτερικός χρόνος δεν είναι μια τυχαία διανοητική σύλληψη ή μια αυταπάτη, χωρίς κανένα νόημα για την πραγ­ματικότητα. Μπορούμε να θεωρούμε πως τα πράγματα βρίσκονται σ’ έναν κοινό εξωτερικό χρόνο υπό τον όρο, ότι στην ίδια στιγμή δεν υπάρχουν και δε συνδέονται όλα ταυτόχρονα (με όλους τους δυνατούς τρόπους) και ότι ταυτοχρόνως θα επέλθουν πολλές αλλαγές. Αυτή την άποψη για τον κοινό χρόνο που συνυπάρχει με τους ιδιαίτερους χρόνους των επιμέρους μεταβολών, την είχε σκεφτεί ήδη ο Αριστοτέλης.* Η ύπαρξη κοινού εξωτερικού χρόνου για πολλά πράγματα και αλλαγές και η ύπαρξη του χώρου, αυτά από μόνα τους δείχνουν την ανεπάρκεια της θεωρίας της περιορισμένης σχετικότητας. Διότι ΑΝ Η ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΑΙ Η ΙΔΙΑ ΣΧΕΤΙΚΗ, ΤΟΤΕ Η ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΘΑ ΗΤΑΝ ΑΝΕΞΗΓΗΤΑ ΚΑΙ ΤΥΧΑΙΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ. Ακόμα και με τον πιο αφηρημένο τρόπο μπορούμε να πούμε πως αν ο χρόνος εξαρτιόταν και καθοριζόταν μόνο έτσι σχετικά και έμμεσα από τις κινήσεις των εξωτερικών πραγμάτων, αυτό θα σήμαινε πως η πραγματικότητα είναι ευρύτερη εκ τύχης ή ότι η συνύπαρξη πολλών συσχε­τισμένων κινήσεων είναι σχετική και θα μπορούσαν να μη συνυπάρχουν αλλη­λεξαρτη­μένες σαν ένα σύνολο! Δεν υπάρχει 'αιθέρας', δεν υπάρχει 'απόλυτη' κίνηση, 'απόλυτο' σύστημα αναφοράς, μόνο 'σχετικές' κινήσεις 'ειδικών' παρατηρητών διακήρυξε ο Αϊνστάιν και κυριολεκτικά από τότε μας έχουν ζαλίσει για να το απο­δεχτούμε. Η σχετικότητα του χρόνου και του μήκους δεν τους εμπόδισε να αναφέρονται συνολικά στα πράγματα, να μετράνε τις αποστάσεις των γαλαξιών και την ηλικία του Σύμπαντος. Να ο κοινός χρόνος: είναι ο ισότρο­πος χώρος, με το κοινό όριο της μέγιστης απόστασης, με την ενέργεια του οποίου διατηρείται η ύλη (σαν εξωτερική παρουσία), με τα ίδια όρια μίας μέγιστης και μίας ελάχιστης απο­μάκρυνσης, με τον ίδιο ταχύτατο ρυθμό στην αλλη­λεπίδρασή του με την ύλη και ανεξάρτητα από τον όποιο σχετικό τρόπο επίδρασης μεταξύ των πραγμάτων. Διότι οι υλικοί φορείς συνδέονται ενεργειακά με το χώρο σε μικρο­σκοπικές διαστά­σεις και γίνονται συγ­χρονισμένοι με την ίδια συνολική ποσότητα της ενέργειας του χώρου, ώστε να παραμένουν πάντα με τις ίδιες ιδιότητες και στον ίδιο αριθμό. Ασχέτως αν τα πιο σύνθετα πράγματα υπάρχουν σε διαφορετικούς χρόνους και αποστάσεις από τα άλλα εξωτερικά τους πράγματα, και συνδέο­νται μεταξύ τους σε πολλά και διαφορετικά χρονικά διαστήματα και με οποιοδή­ποτε τρόπο. Ο κοινός χώρος επιβάλει όριο στο ρυθμό που μεταβάλλεται η ισο­σταθμισμένη ενέργειά του και τότε παράγονται οι κυματικές κινήσεις, όπως είναι το φως. Έτσι ακόμα, η ενέργεια ρέει ακτινικά και μετα­βιβάζεται με τα ίδιο όριο ποσότητας ανά μονάδα του χρόνου και με τον ίδια μέγιστη ταχύτητα προς κάθε λεγόμε­νο πράγμα και τη ροή αυτή ανιχνεύουμε εξερχόμενη σαν η/μ πεδίο, ενώ εισερχόμενη σαν βαρυτικό πεδίο. Τα ίδια τα δομικά στοιχεία με τις περιοδικές κινήσεις τους και τις σταθερές ιδιότητές τους αποτελούν ρολόγια μέσα στη φύση.

 

Την ανεπάρκεια της περιορισμένης σχετικότητας -ακριβώς λόγω του περιορισμού της στις ευθύγραμμες σταθερές κινήσεις- διαπίστωσε πολύ εύστοχα και ο ίδιος ο Αϊνστάιν, όταν μέσα στην επιστημονικά αφηρημένη έννοιά του για τα πράγματα πρόσθεσε τις μεταβαλλόμενες κινήσεις και την ενότητα των φαινομένων, που αντιλαμ­βανόμαστε σαν χώρο και ενεργητική σαν βαρύτητα. Η βαρύτητα επηρεάζει την ευθύγραμμη κίνηση των πραγμάτων και την ομαλή τους ταχύτητα και πουθενά δεν λείπει στον πραγματικό κόσμο. Επομένως, τι νόημα έχει να διατυπώνονται νόμοι για κινήσεις οι οποίες είναι ευθύγραμμες και ομαλές μόνο στη θεωρία; Γι’ αυτό, ο Αϊνστάιν με τη συνέπεια του επιστήμονα και μαζί με τη φιλοσοφική καχυποψία του προχώρησε ένα άλμα πιο πέρα και διατύπωσε τη " Γενική Θεωρία της Σχετικότητας " εξίσου επαναστατική και εκπληκτική. Εκεί, η ελκτικότητα έπαψε να περιγράφεται με τους όρους της Νευτώνειας φυσικής, σαν μία δράση εξ αποστάσεως, που εξασκείται από τα πράγματα ταυτόχρονα επάνω στα άλλα. Αφού η βαρύτητα “απλώνεται” παντού, θεωρήθηκε σαν ιδιότητα που έχει ο χώρος (και ο χρόνος) λόγω της καμπυλότητάς του και της τοπικής παραμόρφωσής του από τα υλικά πράγματα. Ο Einstein από μία άμεση και φιλοσοφική αντίληψή του για την ενότητα, την ομοιοτροπία και την κανονικότητα της ευρύτερης πραγματικότητας προέβλεψε και υποστήριξε την πεπερασμένη (χωρίς σταθερά όρια) και σφαιροειδή μορφή του χώρου. Από τις εξισώσεις της θεωρίας της γενικής σχετικότητας προέκυπτε ένας υλικός κόσμος σε κίνηση και όχι στατικός. Όπως είναι γνωστό, ο ίδιος προσπάθησε ν’ αποφύγει αυτή τη συνέπεια της θεωρίας του με την εισαγωγή μίας κοσμολογικής σταθεράς, την οποία μετά την απέρριψε σαν ένα μεγάλο λάθος του.

Η αστρονομική ανακάλυψη της ερυθράς μετάλλαξης του φωτός (της ελάττωσης της συχνότητάς του, redshift), που έρχεται από τους μακρινούς γαλαξίες και η εκπληκτική παρατήρηση από τον Έντουιν Χάμπλ (Edwin P. Hubble 1889-1953), ότι η μετάλλαξη είναι τόσο περισσότερη όσο πιο μακρινούς γαλαξίες παρατηρούμε, “πυροδότησε” τη θεωρία για την ομοιότροπη απομάκρυνση ανάμεσα στα υποσύνολα των γαλαξιακών μαζών του Σύμπαντος, εξ αιτίας της διαστολής του χώρου, που κατά τη λογική τους έπρεπε να έχει ξεκινήσει από ένα αρχικό σημείο. Αυτή η ερμηνεία με παρεξηγημένο το φαινόμενο Doppler δεν ήταν αντίθετη στους υπολογισμούς της θεωρίας της γενικής σχετικότητας. Οι μετέπειτα αστροφυσικές ανακαλύψεις (ιδιαίτερα η ανίχνευση της προ­βλεπόμενης μικροκυματικής ακτινοβολίας υποβάθρου CMB, το 1964 από τους A. Penzias και R. Wilson) ενίσχυσαν την αντίληψη μίας συνολικής εξέλιξης του Σύμπαντος. Ωστόσο, τα αναπάντητα ερωτήματα και ορισμένες νεότερες παρατηρήσεις, που δεν εξηγούνται από την αρχική θεωρία του Big Bang, οδήγησαν σε διάφορες παραλλαγές της θεωρίας της Μεγάλης Έκρηξης.

 

 

Το αρχικό μοντέλο της Μεγάλης Έκρηξης άφησε αναπάντητες απορίες και εκκρεμή προβλήματα, τα κυριότερα από τα οποία είναι τα εξής:

 

• Το Σύμπαν φαίνεται το ίδιο στις αντίθετες πλευρές του ουρανού. Άρχισαν να διαστέλ­λονται όλα ταυτόχρονα; Εάν ναι, τότε πώς μπόρεσαν όλα τα διαφορετικά μέρη του σύμ­παντος να συγχρονίσουν το ξεκίνημα της διαστολής τους και να εξελίσσονται σε κάθε κατεύθυνση έτσι όπως χρειάζεται, ώστε να αποτελούν ενιαίο σύνολο μαζί με τις εξελίξεις του προς τις άλλες κατευθύνσεις; Αυτό το ονομάζουν "πρόβλημα του ορίζοντα".

• Τι υπήρχε πριν από τη στιγμή της Μεγάλης Έκρηξης, η οποία συμπίπτει με αρχή του χρόνου και του χώρου, και έχει νόημα ένα τέτοιο ερώτημα; Υπήρχαν προηγουμένως οι νόμοι που ρυθμίζουν τις εξελίξεις του Σύμπαντος ή οι νόμοι αποκτήθηκαν μετά;

• Παρατηρώντας το Σύμπαν σε τεράστιες αποστάσεις και σε παρελθόντα χρόνο μερικών δισεκατομ­μυρίων ετών, το Σύμπαν φαίνεται να λειτουργεί και να σχηματίζεται με τους ίδιους νόμους και η ύλη να μοιράζεται ομοιόμορφα, όπως προβλέπεται με τη λογική της διαστολής του χώρου. Όμως σε τοπικές διαστάσεις δεν λείπουν οι σημαντικές αποκλίσεις, οι ιδιαιτε­ρότητες και οι διαδικασίες που δημιουργούν νέες δομές.

• Μελετώντας τις κινήσεις των Γαλαξιών, προκύπτει ότι η παρατηρούμενη μάζα του Σύμπαντος είναι πολλές φορές μικρότερη από αυτή που υπολογίζουμε ότι χρειάζεται για να διατηρούν οι Γαλαξίες τη δομή τους. Αυτό είναι γνωστό σαν πρόβλημα της μάζας που λείπει ή της αθέατης ύλης.

• Το Σύμπαν εμφανίζεται επίπεδο, παρά την έκταση που το παρατηρούμε, ενώ θεωρητικά ο χώρος θα μπορούσε να είναι κυρτός σε πολύ μικρή απόσταση. Οι προβλέψεις και οι θεωρητικοί υπολογισμοί απέχουν αρκετά από τις παρατηρήσεις.

• Οι φυσικές σταθερές εμφανίζονται ακριβώς με την αριθμητική τιμή που χρειάζεται για να είναι ο κόσμος αυτός που ζούμε, ενώ με την ελάχιστη απόκλιση δεν θα υπήρχαν τα περιθώρια να εμφανιστεί η ζωή. Με τέτοιες ανεξήγητες φυσικές σταθερές και με δεδομένο ότι ζούμε σε έναν τετρα­διάστατο κόσμο, αναγκάζονται στα θεωρητικά μοντέλα να εισάγουν περισ­σότερες διαστάσεις και φαινόμενα που δεν μπορούμε να παρατηρήσουμε.

• Ενώ η θεωρία προβλέπει την ύπαρξη των λεγόμενων μαγνητικών μονοπόλων, ακόμα δεν έχει παρατηρηθεί κανένα.

• Από τις νεότερες παρατηρήσεις και υπολογισμούς, προέκυψε, ότι η αποκαλούμενη Διαστολή του Σύμπαντος είναι επιταχυνόμενη και όχι επι­βραδυνό­μενη, όπως αναμενόταν σαν πιο συνεπές.

• Ο ρόλος της βαρύτητας και η σχέση της με τις υπόλοιπες φυσικές δυνάμεις (ιδιαίτερα με την πυρηνική και την ηλεκτρο­μαγνητική) που καθορίζουν την τύχη και τη δομή της ύλης παντού μέσα στο Σύμπαν, παραμένει σκοτεινός.

 

 

Εάν το χωρο-χρονικό Σύμπαν είχε δημιουργηθεί από την προγενέστερη έκρηξη μίας αρχικής πυκνότητας ενέργειας, τότε θα έπρεπε στην πορεία της χωρο-χρονικής του εξέλιξης να μεταβάλλο­νται σημαντικά όλες οι παγκόσμιες σταθερές της φυσικής και τα χαρακτηριστικά στα υποατομικά σωματίδια. Θα έπρεπε, παρατηρώντας το Σύμπαν στο βάθος του χώρου να το βρί­σκουμε αρκετά διαφορετικό, με διαφορετική ύλη από αυτή που περιέχει ο πλησιέστερος κόσμος μας. Το Σύμπαν (στο σύνολό του) δεν ξεκίνησε από κάποια Μεγάλη Έκρηξη, αντιθέτως υπήρχε ανέκαθεν και ήταν το ίδιο! Ο σχετικός χρόνος δεν αποκλείει να υπάρχει ένας κοινός. Παρόμοια, όπως οι διαφορετικές απόψεις ενός πράγματος δεν προέρχονται κατ’ ανάγκην από τη δική του αστάθεια και δεν αποκλείουν την περίπτωση, το πράγμα αυτό να είναι συγχρόνως με πολλούς τρόπους και με όλες τις διαφορετικές απόψεις, που εμείς προσέχουμε σε διαφορετικές στιγμές, από διαφορετικές θέσεις και με διάφο­ρους τρόπους. Να ο κοινός χρόνος: εισάγεται από τον ισότροπο και παγκόσμιο χώρο.

 

space

 

Τελικά έχει ή δεν έχει μια αρχή στο χρόνο το Σύμπαν; Σε αυτό έχουμε απαντήσει καθαρά ότι το Σύμπαν σαν σύνολο υπήρχε ανέκαθεν και με την ίδια ποιότητα. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό. Όμως δε λείπουν οι μικρότερες στιγμές της ύπαρξής του και γίνεται ταυτοχρόνως σε πολλές μικρότερες στιγμές σαν έμμεσο. Δεν λείπουν ποτέ όλες μαζί, όπως δεν του λείπει ποτέ η ποιότητα ή η μορφή.

 

Ένα Σύμπαν «άπειρα μικρό», με «μηδενικές διαστάσεις», με «άπειρη θερμοκρασία, πίεση και πυκνότητα», με κάποιον ανεξήγητο τρόπο δημιουργείται από μια συμπυκνωμένη ποσότητα ενέργειας. Από το τίποτε αρχίζει να υπάρχει ο χρόνος και ο χώρος και να δημιουργείται ποιότητα και μορφή από τυχαίες και ανεξήγητες ποσοτικές αλληλεπιδράσεις. Αυτή είναι η πασίγνωστη κοσμολογική θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης. Διατυπωμένη με μαθηματικά, αλλά με τη στενόμυαλη περιφρόνηση προς τη φιλοσοφική εμπειρία και προς τη λογική και ωστόσο με αφηρημένες έννοιες, τις οποίες χρησιμοποιούν με υπερβολική άνεση για να υπερβούν την προσγειωμένη εμπειρία τους. Στον επιστημονικό χώρο της φυσικής επέλεξαν να αποδεχτούν, να ανεχθούν και να προβάλλουν σαν μεγάλο επίτευγμα το μεγαλύτερο παραλογισμό όλων των εποχών. Στις φιλοσοφικές θεωρίες του J. Fichte και του Berkeley μπορούμε να βρούμε πιο λογικές και πιο έξυπνες σκέψεις για την απόρριψη της υλικής πραγματικότητας.

Από την άλλη, έχουμε μια θεωρία διατυπωμένη με τις πιο κοινές έννοιες του κόσμου και εδώ χωρίς αριθμητικές σχέσεις. Εξηγεί και συμπεραίνει ένα μεγάλο αριθμό φαινομένων και τι σύμπτωση, μπορεί να τα περιγράφει με λίγες και τις ίδιες λέξεις! Χωρίς να μεταθέσει το πρόβλημα στο άπειρο, σε αποκομμένους κόσμους ή στην προσωπική επιθυμία ξεκινάει από τη λογική αρχή ενός Σύμπαντος αυτοτελούς, το οποίο προ­ϋπήρχε ανέκαθεν με μια σταθερή ποιότητα και όχι από το μηδέν ούτε μόνο σαν ποσότητα. Συνταυτίζει το Σύμπαν με το (τελειωμένο) χρόνο και προκύπτει το πρόβλημα της συνύπαρξης του ταυτόχρονου με το ετερόχρονο, της σταθερότητας με την αλλαγή και της ύπαρξης της ενέργειας. Από την πιο πέρα λογική ανάλυση, προκύπτει μόνιμη αλληλεπί­δραση μεταξύ του κενού χώρου και του παρόντος υλικού σύμπαντος, σε μικρο­σκοπικές διαστάσεις. Ποιο πρόβλημα είναι πιο λογικό και πιο πιθανό να επιλυθεί εύστοχα; Ποιο έχει διατυπωθεί πιο σωστά και πιο αξιόπιστα; Ακόμα και αν αγνοούσαμε τη σωστή φυσική ερμηνεία, η περίπτωση της δημιουργίας όλου του κόσμου και του χώρου από έναν άλλο τελείως διαφορετικό κόσμο ή από κάποιο Θεό φαίνεται πιο δυσεπίλυτο πρόβλημα για την επιστήμη.

 


 

Εάν -μετά από όσα έχουμε πει για το σχετικό ξεκίνημα του ταυτόχρονου Σύμπαντος μέσω των υλικών φορέων- κάποιος ενημερωμένος θυμηθεί πώς περιγράφουν οι αστροφυσικοί την εξέλιξη του Σύμπαντος από μία αρχική Μεγάλη Έκρηξη είναι εύκολο να υποψιαστεί σε ποια παγίδα έχουν πέσει, ώστε να φθάνουν στον πιο μεγάλο παραλογισμό! Στην (ελάχιστη) αρχική χρονική στιγμή θέλουν να υπάρχει όλο το Σύμπαν, ενώ δεν μπορεί παρά να υπάρχει το λιγότερο δυνατό από το ταυτόχρονο Σύμπαν, το ελάχιστο πράγμα! Πριν από τη στιγμή της “Μεγάλης Έκρηξης” υπάρχει όλο το Σύμπαν χωρίς κανένα ξεκίνημα. Δηλαδή το Σύμπαν είναι ταυτόχρονο, ακίνητο και παγωμένο, όπως είναι θεωρητικά στο μέγιστο συνολικό χρόνο. Όμως, σχετικά προς τα υλικά πράγματα υπάρχει σαν πεπερασμένος χώρος με τα όρια μίας μέγιστης και μίας ελάχι­στης απόστασης. Ο κενός χώρος είναι το Σύμπαν που αναζητούν πριν από τη στιγμή του Big Bang. Αυτό το οποίο συμβαίνει στην αρχική στιγμή της φυσικο­μαθηματικής θεωρίας της Μεγάλης Έκρηξης, είναι αυτό που συμβαίνει διαρκώς στη αναδη­μιουργία της ύλης από τη σχετική (δυναμική) ενέργεια του πεπερασμένου χώρου. Η ύλη διαρκώς δη­μιουργείται σε μικρο­σκοπικές διαστάσεις από την ενέργεια του πεπερασμένου χώρου και από το Σύμπαν το οποίο λείπει σχετικά από τον υλικό κόσμο μας (από ηλεκτρο­μαγνητικά φαινόμενα με τις πιο υψηλές συχνότητες, που φθάνουν στα 1042 Hz). Στην πραγματικότητα, αυτό που μετρούν για ηλικία του Σύμπαντος, είναι ο χρόνος που χρειάζεται για να διανυθεί η μέγιστη απόσταση του πεπερασμένου χώρου, με τη μέγιστη ταχύτητα και η περίοδος στην οποία όλες οι απώλειες της ενέργειας (που παρουσιάζο­νται σαν υλικά σωμάτια) έχουν αναπληρωθεί. Το Σύμπαν ανέκαθεν ήταν ολοκληρωμένο και με την ίδια συνολική ενέργεια (Ε/Τ=P).

Ο υλικός κόσμος δεν είναι το αποτέ­λεσμα μίας προηγούμενης διαδικασίας, η οποία πραγματο­ποιήθηκε στο παρελθόν και τώρα συνεχίζεται χωρίς εκείνες τις αρχικές συνθήκες. Ο υλικός κόσμος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ταυτόχρονη σύνδεση του με το Σύμπαν που ισχυρί­ζονται ότι προηγήθηκε. Το ολοκληρωμένο Σύμπαν είναι πάντοτε παρών και σχετικά απών με την παρουσία του κενού χώρου και η ύλη αποτελεί ταλαντώσεις της ενέρ­γειάς του! Πάντα θα υπάρχει και θα ανα­δημιουργείται ο υλικός κόσμος και πάντα θα "ρέει" κυματικά η ενέργεια του χώρου προς τη δομή της ύλης (με την πιο υψηλή συχνότητα και στον ελάχιστο χρόνο), στον “αγώνα” της να αναπληρώσει τα σημεία που η ενέργεια είναι ελαττωμένη (για να μπορεί να υπάρχει ροή και μεταβίβαση ενέργειας). Αλλιώς τι νόημα θα είχε η ενέργεια χωρίς μεταβίβαση και η μεταβίβαση χωρίς ελάττωση της ενέργειας! Πάντα θα παρα­τηρείται το φαινόμενο της ερυθράς μετατόπισης στη συχνότη­τα του φωτός που έρχεται από την καμπυλωμένη απόσταση ενός πεπερασμένου χώρου. Η ενέργεια που αποκεν­τρώνεται από την ύλη με τη μορ­φή ηλεκτρο­μαγνητικών κυμάτων αντισταθμίζεται σχεδόν από την ενέργεια που συγκεντρώνεται με τη μορφή βαρυ­τικών κυμάτων. Αυτή είναι η διαστολή και η συστολή που λανθασμένα και ανόητα σκέφτηκαν οι σύγ­χρονοι φυσικοί για το σύνολο του κόσμου! Η αντιστάθμιση της ενέργειας δεν είναι ποτέ πλήρης ή ταυτόχρονη και έτσι διατηρείται η ύλη. Ο πεπερασμένος χώρος με τη δυναμική ενέργειά του αποτελεί σταθερά το κέντρο της δημιουργίας και της διατήρησης όλων των υλικών πραγμά­των.

Μετά από την τελευταία αποσαφήνιση με τους όρους της φυσικής, μάλλον θα πρέπει να λάβουν πιο σοβαρά τις παρακάτω θεωρητικές παρατηρήσεις, οι οποίες προέκυψαν (πριν από πολλά χρόνια) με θεωρητική σκέψη από τις πιο γενικές έννοιες και να γίνουν επιτέλους κατανοητές.

 

" Σε καμιά χρονική στιγμή δε λείπει ο χώρος και η υλική πραγματικότητα, η οποία αναλογεί σε στιγμές ελάττωσης της ενέργειάς του. Το ίδιο, η έλλειψη στην ενέργεια του χώρου δεν άρχισε σε κάποια χρονική στιγμή και ποτέ δεν αντισταθμίζεται στο σύνολό της σ183

Δεν υπάρχει χρόνος, Σύμπαν και χώρος χωρίς την ύλη, δηλαδή ένα Σύμπαν μόνο άμεσα, χωρίς ποιότητα, με άλλα λόγια μια συνολική στιγμή χωρίς τις μικρότερες στιγμές, όπως δεν υπάρχουν πρωταρχικά στοιχεία που συνθέτουν εξωτερικά όλο το Σύμπαν. Γι' αυτό με την εμπειρική ορολογία το Σύμπαν είναι η συνολική ενέρ­γεια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχει έλλειψη ενέργειας. Ακριβώς αυτή η σχετική έλλειψή της είναι που ορίζει το νόημά της και την κάνει ταυτόσημη με το χρόνο, δηλαδή με την αλλαγή και την επίδραση. Η συ­νολική ενέργεια είναι ο χώρος και αντισταθμίζει τις ελλείψεις της, που είναι ο υλικός κόσμος. σ188

οι διαφορές της ουσίας, η ύλη είναι στιγμές μεταφοράς ενέργειας, στιγμές που αρχίζει και τελειώνει η ροή της, δηλαδή στιγμές ελάττωσης και αντιστάθμι­σης. σ188

Η συνολική και ταυτόχρονη ενέργεια που αναλογεί στο χώρο είναι σταθερή και περιορισμένη, ενώ σε καμιά χρονική στιγμή δε λείπει η υλική πραγματικότητα, που αναλογεί σε μικρότερες στιγ­μές ελάττωσής της. Γι' αυτό και η επίδραση της συνολικής ταυτό­χρονης ενέργειας του χώρου είναι περιορισμένης δυνατότητας και σταθερή και δεν μπορεί ν' αντισταθμίσει ή να εξουδετερώσει το σύνολο της υλικής πραγματικότητας. Όπως η αμεσότητα και η ενότητα του Σύμπαντος δεν είναι απεριόριστη και χωρίς τις σχε­τικές διαφορές, το ίδιο η παγκόσμια έλξη-ενότητα δεν είναι απε­ριόριστη και δεν έχει νόημα χωρίς τα όρια και τις ελλείψεις της. Απεριόριστη έλξη ή ενότητα θα σήμαινε έλλειψη της εμμεσότη­τας, έλλειψη χρονικής διαφοράς και απόστασης, έλλειψη ενερ­γειακής ροής, δηλαδή μόνο αμεσότητα, συνολικό χρόνο χωρίς μικρότερες στιγμές. σ189

Ο χώρος είναι το τελειωμένο χρονικό όριο, στο οποίο είναι το Σύμπαν ταυτοχρόνως ως προς τα υλικά-έμμεσα πράγματα. Η κοινή ενέργειά του υπάρχει σαν μια ροή προς εκείνα, την οποία αντιλαμβανόμαστε σαν βαρύτητα ή σαν έλξη ανάμεσά τους ". σ190

ISBN  960-385-019-5 ©2000

 

 

minispacer

 

κυκλικός χρόνος - πλήρες σύμπαν

Η ύλη και τα συστατικά της στο σύνολό τους δεν ξεκίνησαν να υπάρχουν και ποτέ δεν υπήρξε μία πραγματικότητα χωρίς την ύλη*. Αυτή η διαπίστωση της Θεωρίας του Τελειωμένου Χρόνου μας καθοδηγεί για να αναζητήσουμε διαφορετική λύση για τον τρόπο της δημιουργίας και της διατήρησης του Σύμπαντος. Αναμφίβολα, είναι αδιέξοδο να απορούμε πώς δημιουργήθηκε το σύνολο του υλικού κόσμου. Το μεγάλο λάθος στην εξέλιξη της φυσικής επιστήμης αναφαίνεται καθαρότερα από ποτέ και διατυπώνεται πολύ απλά με φιλοσοφική προσέγγιση: Προσπαθούν να εξηγήσουν και να δημιουργήσουν θεωρητικά τα ουσιώδη γνωρίσματα του Σύμπαντος και αυτό το ίδιο από το καθαρό μηδέν. Ξεκινούνε από την ελάχιστη πραγματικότητα που αποτελεί η ύλη, αφαιρούν όλη τη πραγματικότητα που είναι το Σύμπαν και μετά προσπαθούν να φτιάξουν το Σύμπαν από την αρχική ύλη, δηλαδή από το σχεδόν τίποτα μίας ποσότητας σωματιδίων που θα υπήρχε πιο τυχαία από τα μόρια της σκόνης. Ενώ αντιθέτως, θα έπρεπε να αρχίσουν από το τελειωμένο σύνολο, από το κοινό προϋπάρχον, από το ολοκληρωμένο Σύμπαν στο συνολικό κοινό Χρόνο, για να εξηγήσουν πώς προκαλούνται οι μεταβολές και τα ίδια τα πράγματα σαν ξεχωριστά μέρη μέσα στο χρόνο, από το σχετικό μηδέν (του κενού χώρου). Πώς από την αρχική ενότητα και αμεσότητα του συνόλου και από μία κοινή ουσία προκύπτει και διατηρείται η εξωτερική πραγματικότητα, με την πολλαπλότητα και τη χρονική διαφορά της. Μάλλον, πώς συνυπάρχουν αυτά τα δύο μαζί. Η φιλοσοφική σχέση της πολλαπλότητας με την ενότητα με τους όρους της φυσικής εκφράζεται από τη σχέση του ισότροπου χώρου με τις διακυμάνσεις εκείνες που ανήκουν στον κόσμο των υλικών σωματιδίων.

 

Κοιτάξτε και στις σελίδες "ΣΥΝΟΛΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ"  και "Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ " 

  Κοιτάξτε και την απόπειρα ενός σύγχρονου Έλληνα φιλόσοφου, του Γιάννη Ξανθάκου

Κοιτάξτε την ενοποιητική ερμηνεία για τη δομή του Σύμπαντος και της ύλη ενός σύγχρονου Έλληνα φιλόσοφου και φυσικού, του Ναούμ Ιωάννου Γκόσδα

 

 

 

 

 

 

 

 

© copyright Κώστας Γ. Νικολουδάκης

Επιμέλεια-Σχεδίαση  2004 - 2016

 

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ                     http://www.kosmologia.gr                      ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

ΤΗΣ

 ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

 

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ SITE

clock

Καλύτερη εμφάνιση σε ανάλυση 1024x768px | οθόνη τουλάχιστον 17" | codepage windows-1253 (Greek) | IE v.6.0 +