|
ΣΕΛΙΔΑ 5 από 9
ΔΥΟ
ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ
|
ΤΑ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΑΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ
Η δυνατότητά μας
να γνωρίζουμε την πραγματικότητα
προέρχεται από αυτήν την ίδια, στην οποία
είμαστε σαν ένα από τα μέρη της και η γνώση
μας έχει αρχίσει -με την πρώτη αντίληψή μας- πριν
αναρωτηθούμε αν την έχουμε. Όπως δεν είναι
αναγκαίο να διανοηθούμε ποιο είναι γενικά
το Σύμπαν για να μπορούμε να διαπιστώνουμε
ποια από εκείνα που αντιλαμβανόμαστε
υπάρχουν πραγματικά. Η ίδια η αντίληψη[1] είναι ένας τρόπος εννόησης δημιουργημένη
έμμεσα από τα ίδια τα πράγματα και γι’ αυτό
είναι απ΄ όλους αυτονόητη και χρησιμεύει
στις δραστηριότητές μας σαν βάσιμη,
υπολογίσιμη και αξιόπιστη αλήθεια. Τα πράγματα έχουν
κοινά και σταθερά στοιχεία, δεν είναι
τελείως άσχετα, διαφορετικά ή
απροσδιόριστα το ένα από το άλλο και εμείς
μπορούμε να τα αντιλαμβανόμαστε, με πρώτα
αφηρημένα γνωστικά στοιχεία τα αισθήματα.
Από τους συνδυασμούς των αισθημάτων
προσέχουμε, ξεχωρίζουμε και διαμορφώνουμε
τις έννοιες[2] του λόγου. Η αντίληψη πρέπει να αρχίζει από
κάποια αφαίρεση, που γίνεται μόνη της (απρόσεκτα),
γιατί αν όχι , τότε δε θα υπήρχαν μη
αντιληπτά μέρη της πραγματικότητας. Θα ήταν όλα αμέσως αντιληπτά. Αν ο
προσδιορισμός της αντίληψης γινόταν μόνο
από τα εξωτερικά πράγματα, τότε αυτή θα
έπρεπε να μας δείχνει πολύ περισσότερα, αν
όχι το σύνολο τους. Εξαρτάται από τους
δυνατούς τρόπους, με τους οποίους μπορεί να
επηρεάζεται η ελλιπής πραγματικότητα του
εαυτού μας. Δηλαδή δεν είμαστε τα πάντα και
δεν επηρεαζόμαστε ταυτόχρονα με όλους τους
δυνατούς τρόπους. Χωρίς την ύπαρξή
μας, βεβαίως θα ήταν αδύνατο να έχουμε
κάποια αντίληψη ή εμπειρία και επομένως,
αυτή δεν μπορεί ποτέ να είναι ανεξάρτητη
από την ποιότητα και τις δυνατότητες της
ύπαρξής μας. Η ποιότητα της αντίληψης δεν
είναι ανεξάρτητη από τον εαυτό μας στο
σύνολό του. Αυτό μπορούμε να το πούμε, χωρίς να χρειάζεται να αναφερθούμε ειδικότερα σε
κάποια από τα μέρη του εαυτού μας ή για
μερικές ιδιότητές του. Όπως λ.χ. στον εγκέφαλο, στο νευρικό σύστημα, στα αισθητήρια όργανα. Ο επηρεασμός ή η αλλαγή στην ποιότητα, στις
δυνατότητες και στις σχέσεις του εαυτού μας με τα
εξωτερικά πράγματα επηρεάζει (άμεσα ή πιο
έμμεσα) ποια πράγματα, που και πότε τα αντιλαμβανόμαστε, όπως και τη δυνατότητα της αντίληψης. Για τον ίδιο λόγο, ένας άλλος, ο οποίος δεν είναι με την ίδια ποιότητα, δυνατότητες και σχέσεις δεν αντιλαμβάνεται τα ίδια πράγματα ή στην ίδια στιγμή.
Η αντίληψη των εξωτερικών πραγμάτων είναι πάντοτε ένα αποτέλεσμα από τη σχέση ανάμεσα σ’ εκείνα και στον εαυτό μας. Αυτή η σχέση μας με τα πράγματα (η θέση, η στιγμή, η κατεύθυνση, η απόσταση, η γωνία, η βιολογική και η ψυχική κατάσταση
κ.λπ.) αλλάζει με διάφορους τρόπους και δείχνει πάντοτε ένα μέρος από την πραγματικότητα, ποτέ το σύνολό της. Η αντίληψη του συνόλου δε θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί. Έτσι, η ίδια η αντίληψη (η πληροφορία μας, εάν προτιμάτε) είναι αποσπασματική γνώση της πραγματικότητας,
όπως είναι οι έννοιες του λόγου και δεν δείχνει τα πράγματα, όπως ακριβώς είναι μόνα τους (και με όλους τους δυνατούς τρόπους). Το ότι η αντίληψη δεν είναι άμεσα τα πράγματα και δεν μας τα δείχνει ακριβώς όπως είναι (δηλαδή ανεξάρτητα από τον εαυτό μας), αυτό δεν σημαίνει ότι τα πράγματα δεν υπάρχουν. Αντιθέτως σημαίνει, ότι εκείνα δεν είναι τελείως
διαφορετικά από εμάς και ακόμα, ότι τα πράγματα δεν είναι χωρίς σχέσεις, αλληλεπιδράσεις και κοινά στοιχεία. Δεν είναι δυνατό ν’
αντιλαμβανόμαστε όλα τα πράγματα στην ίδια
στιγμή (ή όλα τα μέρη τους) και η αντίληψη
πρέπει ν’ αποτελείται από μερικά σταθερά
γνωρίσματα, ανεξάρτητα από το αν
αντιστοιχούν σε κάποια στοιχεία των
πραγμάτων. Αυτά τα «ασύνθετα» γνωρίσματα
στη σύσταση μιας πολυσήμαντης αντίληψης, τα
οποία ονομάζουμε «αισθήματα», είναι και
αυτά έννοιες, δηλαδή κοινά και σταθερά
γνωρίσματα με αφηρημένη σημασία. Τα
αισθήματα, όπως λ.χ. ένα χρώμα ή το αίσθημα
της θερμοκρασίας είναι έννοιες υπό την
αισθητικότητα (με εξωτερική επίδραση),
διότι είναι κοινά και σταθερά γνωρίσματα.
Γνωρίσματα από κάποια αφαίρεση, η οποία
γίνεται μόνη της και μας δείχνουν χωρίς
διαφορές (και λεπτομέρειες) ακόμα και όταν
τα πράγματα δεν είναι διαρκώς τα ίδια. Η
"παρανόηση" αρχίζει άμεσα από την αντίληψη, όπως και η εννόηση, από την οποία αφαιρούνται αναγκαία κάποια γνωρίσματα των πραγμάτων και τα ίδια τα αισθήματα συνταυτίζονται με ανύπαρκτα πράγματα ή ουσίες. Έτσι εξηγείται, γιατί η αντίληψη δε μας δείχνει ακριβώς όπως είναι τα πράγματα. Εάν η αφαιρετική δυνατότητα ονομάζεται διάνοια ή είναι μια διανοητική δραστηριότητα, τότε το ίδιο πρέπει να πούμε και για τη δυνατότητα της αντίληψης.
Η αισθητικότητα και η νοητικότητα δεν είναι δύο αντίθετες ιδιότητες και η μία δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την άλλη. Η διαφορά τους είναι, ότι η πρώτη πραγματοποιείται έμμεσα, από έξω, ενώ η άλλη άμεσα, από το έσω. Στην ίδια την αντίληψη μπορούμε να προσθέτουμε ή να αφαιρούμε γνωρίσματα (όπως κάνουμε στις γλωσσικά εξωτερικευμένες έννοιες) και τότε λέμε, ότι στρέφουμε την προσοχή μας ή ότι συγκεντρωνόμαστε. Μία αντίληψη, την οποία συνταυτίζουμε με μία ή περισσότερες άλλες, όταν δεν διαπιστώνουμε ή δεν προσέχουμε τις διαφορές τους, μπορεί να θεωρηθεί σαν έννοια.
Η ανασύνθεση μίας αντίληψης μέσα στην αυτοσυγκέντρωση δεν έχει τη σαφήνεια και τη λεπτομέρεια, που διαπιστώνουμε σ’ εκείνη. Δηλαδή, μερικά από τα γνωρίσματά της δεν υπάρχουν στην εσωτερική ανασύνθεσή της και επομένως μπορούμε να τη θεωρήσουμε σαν έννοια, αντί για ασαφή και ανακριβή αντίληψη.
|
Από τις πιο μεγάλες ανατροπές και
από τις πιο σημαντικές απόψεις που διατυπώνονται στις ηλεκτρονικές σελίδες,
είναι η εμφάνιση της ζωής και της ψυχής σαν φαινόμενο αφαίρεσης του υλικού
κόσμου και σαν νοητική διαδικασία διατήρησης των σταθερών και των κοινών
στοιχείων των πραγμάτων με πρώτα αφηρημένα δεδομένα από τις αισθήσεις.
" το παραπάνω απόσπασμα δεν το
κατάλαβα καθόλου! " έγραψε ένας αναγνώστης.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Πράγματι, δεν είναι μια κατανοητή διατύπωση. Αυτό συμβαίνει συχνά σε μένα, διότι
προσπαθώ να εκφραστώ περιληπτικά, υποθέτοντας ότι κάποιος που έχει διαβάσει (ή
θα διαβάσει) προσεκτικά την ενότητα στην οποία αναφέρομαι στο ζήτημα της γνώσης
ή τις σελίδες που εξηγώ την ύλη σαν να πρόκειται για την πιο ελλιπή
πραγματικότητα, είναι (ή θα είναι μετά) σε θέση να καταλάβει αυτή την σύντομη
δυσνόητη διατύπωση. Η άποψη που συνοψίζεται με αυτή τη διατύπωση, χωρίς πολλά
λόγια είναι η εξής:
Η ζωή αρχίζει με το συγχρονισμένο
συνδυασμό των ελάχιστων υλικών στοιχείων, τα οποία είναι κατά κάποιο τρόπο το
αντίθετο του συνόλου και του Σύμπαντος. Δηλαδή τα υλικά στοιχεία είναι η
ελάχιστη πραγματικότητα και όχι το πλήρες Σύμπαν. Όταν λοιπόν, δημιουργούνται οι
πρώτες μορφές ζωής, αυτές 1) ξεκινούν από το σχεδόν τίποτα της απλής ύλης
(1η αφαίρεση)
2) μέσα σε ένα κόσμο που είναι ασύλληπτα πιο πολύπλοκος, πιο μεγάλος και σχεδόν
άγνωστος
(2η αφαίρεση)
3) και αυτές οι μορφές ζωής πληροφορούνται μέσω των αισθήσεων μόνο τοπικά και
για ένα ελάχιστο αριθμό επιδράσεων του περιβάλλοντος
(3η αφαίρεση)
4) και κινούνται, αντιδρούν και βιώνουν με αυτές τις ελάχιστες πληροφορίες που
τους είναι απαραίτητες
(συνέπεια της αφαίρεσης)
5) και φυσικά αγνοούν και δεν υπολογίζουν το σύνολο του κόσμου και όσα δεν
πέφτουν στα αισθητήρια όργανά τους (αφαίρεση δηλαδή).
Οι πληροφορίες που λαμβάνουν από τα
αισθητήρια όργανά τους είναι ελάχιστες σε σύγκριση με τις πληροφορίες που θα
μπορούσε να δώσει η πραγματικότητα. Τα έμβια όντα αισθάνονται και
αντιλαμβάνονται φυσικά μόνο όσα μπορούν με τα όργανα που διαθέτουν και όσα είναι
απαραίτητα για την επιβίωσή τους. Όμως στην ίδια στιγμή τα πράγματα γύρω τους
είναι περισσότερα, συνδέονται με πιο πολύπλοκους τρόπους, επιδρούν και αλλάζουν
με περισσότερους τρόπους, ενώ εκείνα δεν αντιλαμβάνονται όλα αυτά. Οι
πληροφορίες, λοιπόν, που λαμβάνουν από τα αισθητήρια όργανά τους είναι
ελλιπείς, αποσπασματικές και αφηρημένες, κατά παρόμοιο τρόπο που και οι λέξεις στη
γλώσσα μας εκφράζουν ελλιπώς και αποσπασματικά τα πράγματα. Αναπόφευκτη
συνέπεια της αποσπασματικής και της ελλιπούς πληροφόρησης, εκτός από την άγνοια
είναι και η διαστρεβλωμένη γνώση και η πλάνη.
Η
ίδια η νόηση με την οποία παρατηρούμε τα πράγματα και αντιλαμβανόμαστε υπάρχει
επειδή διατηρείται μία εμπειρία, από τη συνήθεια κάποιων κοινών χαρακτηριστικών
των πραγμάτων και από την παρατήρηση σταθερών σχέσεων, ομοιοτήτων και
επαναλαμβανόμενων καταστάσεων στο χρόνο.
Αυτά
"λέει" φίλε Χ, η δυσνόητη διατύπωση του αποσπάσματος. Μπορεί κανένας διαφωνήσει
ότι τα πράγματα είναι όπως απαριθμώ σύντομα από το 1 έως το 5; Σε ποια επιστήμη
ανήκουν αυτές οι παρατηρήσεις, μήπως γνωρίζεις να μου πεις;
" μου αρεσε αυτο που εγραψες για την
διαστρεβλωση της εμπιστοσυνης του ανθρωπινου ζωου στις αισθητηριακες του
αντιληψεις αλλα δεν καταλαβαινω τι ειδους σχεση υποδεικνυεις μεταξυ
αισθητικοτητας και διανοιας ".
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Εννοώ τη διαστρέβλωση που σου απαρίθμησα και
ανάλυσα σύντομα πιο πάνω με αφορμή το δυσνόητο απόσπασμα. Αν αισθητικότητα
εννοούμε την ικανότητα να βλέπουμε, να ακούμε, να αγγίζουμε και γενικά να
λαμβάνουμε κάποια πληροφορία από εξωτερικούς ερεθισμούς, τότε όπως σου εξήγησα
σύντομα, η ικανότητα αυτή κάνει την ίδια λειτουργία, όπως η νόηση. Δηλαδή οι
πληροφορίες που λαμβάνουμε από τα αισθητήρια όργανα είναι αποσπασματικές και
αφηρημένες, (όπως είναι οι έννοιες των λέξεων) και "καταγράφονται" στη μνήμη μας
έτσι όπως μας θυμίζουν κάτι σταθερό, κάτι το ίδιο, κάτι που επαναλήφθηκε, κάτι
που μας προκάλεσε ιδιαίτερα ευχάριστη ή δυσάρεστη διάθεση.
ΑΠΡ 2010 |
[1]
Με τη στενή έννοια της, σαν παράσταση
περιορισμένη στις αισθήσεις, σαν εσωτερική
αντανάκλαση από την επίδραση των
εξωτερικών πραγμάτων.
[2] Αναζήτησε τον
ορισμό της «έννοιας»
  
|